20 Δεκ 2015

Καλλιέργεια πατάτας - Μυστικά και πληροφορίες

KALLIERGIA PATATASΗ ιδιαίτερη ποικιλομορφία της χώρας, μας δίνει την δυνατότητα να υπάρχει σχεδόν καθ' όλη τη διάρκεια του έτους διαθέσιμη φρέσκια ελληνική πατάτα στην αγορά. Η καλλιέργεια της πατάτας πραγματοποιείται στην Ελλάδα σχεδόν όλους τους μήνες του χρόνου, με εξαίρεση στους χειμερινούς γιατί οι θερμοκρασίες είναι πολύ χαμηλές. Κύρια χρήση της ελληνικής πατάτας είναι για επιτραπέζια, ενώ σε μικρότερη κλίμακα χρησιμοποιείται στη βιομηχανία για την παραγωγή σνακ-τσιπς.
Στη χώρα μας όλες σχεδόν τις εποχές χρόνου κάποιοι θα φυτεύουν και αλλοι θα συγκομίζουν πατάτα από τη νότια Κρήτη μέχρι το Νευροκόπι στο βορρά. Ετσι η φύτευση της αρχίζει το Νοέμβριο στη νότια Κρήτη και τελειώνει το Απρίλιο στη βόρεια Ελλάδα. Από τη στιγμή της φύτευσης, η πατάτα χρειάζεται 90 έως 120 ημέρες για τη συγκομιδή ανάλογα την πρωιμότητα της ποικιλίας και τις καιρικές συνθήκες της κάθε περιοχής. Η πατάτα ευδοκιμεί σε ελαφρά και βαθιά εδάφη με άφθονη οργανική ουσία και με pH 5 έως 6,5. Στα παραπάνω εδάφη είναι όχι μόνο παραγωγική αλλά και πολύ νόστιμη.

Λίπανση πατάτας.

Η λίπανση στην πατάτα συμβάλλει στην ανάπτυξη των φυτών, στην ποιοτική και ποσοτική βελτίωση των αποδόσεων της, καθώς και στη διατήρηση της γονιμότητας του εδάφους που καλλιεργείτε. Για να επιτευχθούν όμως οι παραπάνω στόχοι, χρειάζεται η λίπανση να γίνεται με το κατάλληλο λίπασμα και να ελέγχονται οι ποσότητες που προστίθενται κάθε φορά στο έδαφος. Γενικά η καλλιέργεια της πατάτας έχει ανάγκη από αρκετή ποσότητα λιπάσματος επειδή το ριζικό της σύστημα είναι περιορισμένο και σε μικρή σχετικά χρονική περίοδο παράγει μεγάλες ποσότητες κονδύλων (πατάτες). Σε εδάφη όξινα (με pH μέχρι 5,5), όπου η πατάτα ευδοκιμεί πολύ καλά, χρειάζεται και προσθήκη μαγνησίου μαζί με τα βασικά λιπάσματα. Οι μέσες απαιτήσεις λίπανσης για απόδοση 4-5 τόνων κονδύλων πατάτας υπολογίζονται ως εξής: Άζωτο(Ν) 16-25 κιλά ανά στρέμα, Φωσφόρος(Ρ2Ο5) 12-15 κιλά ανά στρέμα, Κάλιο(Κ2Ο) 4-5 κιλά ανά στρέμα και Μαγνήσιο(MgO) 4-5 κιλά. Στη βασική λίπανση με την προετημασία του εδάφους χορηγείται το περισσότερο άζωτο, όλος ο φωσφόρος, το κάλιο και το μαγνήσιο ενώ η υπόλοιπη αζωτούχα λίπανση χορηγείται τμηματικά καθώς μεγαλώνουν τα φυτά.

Φύτευση πατατόσπορου.

Η εγκατάσταση καλλιέργειας πατάτας πρέπει να γίνει με πιστοποιημένο πατατόσπορο από γεωπονικά καταστήματα και καταστήματα γεωργικών εφοδίων που έχουν άδεια εμπορίας πολλαπλασιαστικού υλικού από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης. Χρησιμοποιούμε για φύτευση τους κονδύλους ολόκληρους. Εάν είναι μεγάλοι και χρειάζεται να τους τεμαχίσουμε τότε απολυμαίνουμε (μετά από κάθε κοπή) το μαχαίρι σε μπλε οινόπνευμα. Φυτέυουμε πάντα κονδύλους που έχουν αρχίσει να φυτρώνουν. Τα φύτρα των κονδύλων πρέπει να είναι κοντόχοντρα και γερά, μήκους περίπου 1,5 cm. Εάν αγοράσουμε πατατόσπορο που δεν έχει φυτρώσει, τότε τον αφήνουμε απλώμένο σε ζεστό σημείο μέχρι να αρχίσει να βγάζει φύτρα. Πριν τη φύτευση μπορούμε να εμβαπτίσουμε τους κονδύλους και τα μέρη αυτών σε υδατικό διάλυμα κατάλληλου μυκητοκτόνου για να προλάβουμε προσβολές παθογόνων που προκαλούν σήψεις στο υπόγειο μέρους του φυτού της πατάτας. Το έδαφος πρέπει να είναι αφράτο και στο ρόγο του. Η φύτευση γίνεται σε γραμές και το βάθος φύτευσης πρέπει είναι 15 cm περίπου.

Θερμοκρασία φύτευσης.

Η φύτευση των κονδύλων της πατάτας πρέπει να γίνεται όταν το έδαφος έχει θερμοκρασία πάνω από 5ο C. Φυτεύουμε όπως αναφέραμε προβλαστημένους πατατόσπορους. Τα φύτρα του πατατόσπορου αναπτύσσονται στους 5ο με 10ο C θερμοκρασία. Στη συνέχεια η άριστη θερμοκρασία για την ανάπτυξη των φυτών της πατάτας είναι 21-22ο C. Χαμηλές θερμοκρασίες κατά τη διάρκεια της βλάστησης καθυστερούν την ανάπτυξη, ενώ συγχρόνως ευνοούν την ανάπτυξη βακτηριολογικών και μυκητολογικών ασθενειών. Για αυτό θα πρέπει να είμαστε προσεκτικοί στην εποχή σποράς, ώστε να μπορέσει ο πατατόσπορος να φυτρώσει και να μεγαλώσει χωρίς προβλήματα. Η καλλιέργεια της πατάτας δεν αντέχει σε θερμοκρασίες κάτω του -1ο C. Σε περίπτωση ξηρασίας και υψηλών θερμοκρασιών χρειάζεται πότισμα, ιδιαίτερα στα πρώτα στάδια ανάπτυξης των φυτών και μέχρι την έναρξη σχηματισμού των κονδύλων. Για το σχηματισμό των κονδύλων κατάλληλες θερμοκρασίες είναι 16-18ο C, ενώ όταν αρχίσει ο σχηματισμός των κονδύλων εάν οι θερμοκρασίες είναι πάνω από 22ο C μειώνονται τις στρεματικές αποδόσεις.

Συνθήκες φύτευσης.

Για να εξασφαλίσουµε γρήγορη και κανονική ανάπτυξη του φυτού, πρέπει ο σπόρος να τοποθετείται σε ευνοϊκό περιβάλλον. Tο έδαφος πρέπει να είναι σχετικά ψιλοχωµατισµένο, να έχει κανονική υγρασία και να µην έχει µεγάλους σβόλους. Aν το έδαφος είναι πολύ στεγνό, τότε πρέπει να γίνει ένα ή δύο πότισµατα του χωραφιού και να ακολουθήσει η φύτευση, όταν τούτο βρίσκεται σε κατάλληλη κατάσταση από πλευράς υγρασίας. Το βάθος φύτευσης των κονδύλων εξαρτάται από το έδαφος του χωραφιού. Φύτεµα σε βάθος 14-16 cm προτιµάται κυρίως σε βαριά εδάφη, ενώ στα ελαφρά ο πατατόσπορος φυτεύεται λίγο βαθύτερα στους 15-20 cm. Eπίσης, ποικιλίες που παράγουν τους κονδύλους (πατατές) ψηλά, όπως π.χ. η Σπούντα, πρέπει να φυτεύονται πιο βαθιά γύρω στα 20 cm. Η καλύτερη πρακτική φυτέµατος είναι να δηµιουργήσουμε άριστες συνθήκες εδαφικής υγρασίας και οξυγόνου στο ριζόστρωµα του πατατόσπορου σε ένα βάθος 12-15 cm και μετα συµπληρωµατικό παραχώµα όταν θα μεγαλώσουν τα φυτά.

Aποστάσεις και πυκνότητα φύτευσης.

H απόσταση φύτευσης της πατάτας µεταξύ των γραµµών συνήθως είναι 70-75 cm., ενώ πάνω στην γραμμή η απόσταση εξαρτάται ανάλογα με την ποικιλία και είναι 30-40 cm.
Η ποσότητα  του πατατόσπορου που θα χρειαστεί εξαρτάται από το μέγεθος αυτού. Εάν είναι μεγέθους 28-35 mm χρειάζονται περίπου 100-150 Kgr/στρέμμα, ενώ αν είναι 35-55 mm χρειάζονται από 230-250 Kgr πατατόσπορο ανά στρέμμα.

Aρδευση-πότισμα πατάτας.

Σήµερα στην Ελλάδα και στην Κύπρο η άρδευση της πατάτας γίνεται κατά 90% µε το σύστηµα των εκτοξευτήρων χαµηλής παροχής και μεγάλης απόστασης. Με το σύστηµα άρδευσης των εκτοξευτήρων χαµηλής παροχής επιτυγχάνεται εξοικονόµηση νερού και εργατικών και δηµιουργία καλύτερων συνθηκών υγρασίας και αερισµού στο έδαφος. Oι εκτοξευτήρες που χρησιµοποιούνται έχουν παροχή νερού από 160-450 λίτρα/ώρα ανάλογα τον εκτοξευτήρα και για καλύτερα αποτελέσµατα οι αποστάσεις εγκατάστασης τους πρέπει να είναι 5x5 µέτρα ή 10x10 σε τριγωνική διάταξη. Για σωστή και αποδοτική λειτουργία του αρδευτικού συστήµατος, πρέπει πρώτα να εγκατασταθεί σωστά με τους αντίστοιχους σωλήνες και να λειτουργεί µε κανονική πίεση η οποία να κυµαίνεται από 2-2,5 ατµόσφαιρες.

Ανάγκες της πατατας σε νερό.

Η καλλιέργεια της πατάτας είναι πολύ ευαίσθητη στην έλλειψη εδαφικής υγρασίας. Οι ανάγκες των πατατών σε νερό εξαρτώνται από τις κλιµατολογικές συνθήκες κάθε περιοχής και από το στάδιο ανάπτυξης της φυτείας. Οι ανάγκες σε νερό είναι µικρότερες στα αρχικά στάδια ανάπτυξης και στο τελικό στάδιο ωρίµανσης της πατατοφυτείας και πολύ µεγαλύτερες στα στάδια που δημιουργούνται και αναπτύσονται οι κόνδυλοι. Η διαθέσιµη υγρασία στο έδαφος δεν θα πρέπει να μειώνεται στα κρίσιµα στάδια ανάπτυξης της πατατοφυτείας και αυτό επιτυγχάνεται µε το συχνό πότισµα. Η συχνότητα άρδευσης εξαρτάται από τον τύπο του εδάφους, από τις βροχοπτώσεις της περιοχης, από το στάδιο ανάπτυξης των πατατών και τις θερμοκρασίες της εποχής. Το πότισμα γίνεται συνήθως ανά 3-10 μέρες, αλλά τους καλοκαιρινούς μήνες με ζέστη μπορεί να χρειαστεί πότισμα και κάθε 2 μέρες. Οι συνολικές ετήσιες ανάγκες σε νερό των πατατών υπό κανονικές συνθήκες ανέρχονται σε 25-30 τόνους ανα στρέμα για τις πρώιµες ανοιξιάτικες σπορές και 35-40 τόνους ανα στρέμα για τις όψιµες ανοιξιάτικες.

Παράχωµα πατάτας.

Tο παράχωµα (πρόσθεση χώματος στις ρίζες) πρέπει να γίνεται µε µεγάλη προσοχή ώστε να µαζεύεται αρκετό χώµα για να προστατευτούν οι κόνδυλοι από το πρασίνισµα και τις ψηλές θερµοκρασίες της Ανοιξης. Όταν η φύτευση είναι σε μικρό βάθος, κατά το παράχωµα πρέπει να µαζεύεται περισσότερο χώµα (ψηλότερα αναχώµατα). H εποχή που γίνεται το παράχωµα εξαρτάται από τη θερµοκρασία, την υγρασία του εδάφους και το ύψος του φυτού, αλλά πρέπει επίσης να λαµβάνεται υπόψη και η µέθοδος καταπολέµησης των ζιζανίων.

Πληροφορίες καλλιέργιας και συγκομιδή.
Οταν η πατατοκαλλιέργεια καλύπτει µεγάλη έκταση (πολλά στρέματα), οι διάφορες καλλιεργητικές εργασίες επιβάλλεται να γίνονται µε µηχανικά µέσα. Τα τελευταία χρόνια έχουν δοκιµαστεί διάφοροι τύποι πατατοσπορέων για την φύτευση πατάτας. Kαλά αποτελέσµατα έδωσε ο αυτόµατος τύπος που προσαρμόζεται σε ελκυστήρα (τρακτέρ) ο οποίος φυτεύει 2 γραµµές ταυτόχρονα σε κανονικές αποστάσεις των 15-30 cm επί των γραµµών και σε γραµµές που απέχουν 75 cm µεταξύ τους. Tο λίπασµα τοποθετείται αυτόµατα σε συνεχείς λωρίδες, αριστερά και δεξιά του πατατόσπορου και έτσι ο πατατόσπορος δεν έρχεται σε επαφή µε το λίπασµα, αποφεύγονται πιθανά εγκαύµατα. H κάλυψη του σπόρου και του λιπάσµατος γίνεται µε τη βοήθεια των δίσκων που σχηµατίζουν αυλακιές. Mε τον πατατοσπορέα αυτόν µπορούν να φυτευτούν περί τα 30 στρέμματα την ηµέρα. Πριν τη βλάστηση του πατατόσπορου, αν υπάρχουν αγριόχορτα, χρησιµοποιείται κατάλληλη σκαλιστική φρέζα που ταυτόχρονα σκαλίζει, παραχώνει και αυλακώνει. Η πρακτική αυτή συστήνεται στις περιπτώσεις ποικιλιών που παράγουν µεγάλους κονδύλους π.χ. Σπούντα, Λιζέτα κ.ά.
Λόγω έλλειψης εργατικών χεριών για τη συγκομιδή της πατάτας χρησιµοποίούνται ειδικοί εκριζωτήρες που αυτοµατοποιούν πιο πολύ τη συγκοµιδή. Όµως, παράλληλα, πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί για να διατηρηθεί η ποιότητα των πατατών µας από τα χτυπήµατα (µώλωπες, σχισίµατα κτλ.).

Ποικιλίες πατάτας.

Στην Ελληνική αγορα κάθε χρόνο διατίθονται διάφορες ποικιλίες πατατόσπορου προς φύτευση. Η πιο γνωστή και διαδεδωμένη είναι η ποικιλία Σπούντα-Spunda η οπόια παράγεται σε διάφορες χώρες της ευρώπης Ολλανδία, Δανία, Αυστρία από τις οποίες και εισάγεται κάθε χρόνο απο αρχές Νοεμβρίου έως τέλος Φεβρουαριου. Γιά καλοκαιρινές φυτεύσεις διατίθεται και πατατόσπορος Σπούντα παραγωγής Κύπρου.

19 Δεκ 2015

Η καστανιά


Η καστανιά αποτελούσε πολύτιμο αντικείμενο εκμετάλλευσης για τον άνθρωπο, τόσο για τον πλούσιο, θρεπτικό καρπό της, όσο και για την ανθεκτική ξυλεία της. Η καστανιά χαρακτηρίζεται από τις τεράστιες διαστάσεις που παίρνει, τα επιμήκη και οδοντωτά της φύλλα, τους χονδρούς της βραχίονες και την ιδιόμορφη δομή του καρπού της. Ο βιολογικός κύκλος της καστανιάς διαρκεί 6-7 μήνες, με αυξημένες τις ανάγκες της κατά τους θερινούς μήνες. Η ωρίμανση, όμως των καρπών της ολοκληρώνεται κατά τους φθινοπωρινούς μήνες, καθιστώντας τους ως ένα απολαυστικό έδεσμα του χειμώνα. Αξίζει να σημειωθεί πως η καστανιά έχει τις προοπτικές να εδραιωθεί ως καλλιέργεια στις ορεινές και ημιορεινές περιοχές, παρέχοντας έτσι στους παραγωγούς ένα σεβαστό εισόδημα.[1]
Στην Ελλάδα η καστανιά καλλιεργείται σε πολλούς νομούς της Ελλάδας όπως Αρκαδίας, Αχαΐας, Λακωνίας, Μεσσηνίας Άρτας, Ιωαννίνων, Καβάλας, Καστοριάς, Κιλκίς, Κοζάνης, Πέλλης, Σερρών, Φλωρίνης, Λέσβου, Σάμου, Χανίων, Ευβοίας, Ευρυτανίας, Καρδίτσας, Λαρίσης, Μαγνησίας, Τρικάλων, Πιερίας, Ευβοίας, Φωκίδος, Φθιώτιδας, Κερκύρας, Αιτωλοακαρνανίας. [2]

Βοτανικα χαρακτηριστικα


Άνθος καστανιάς
Το δέντρο της καστανιάς μπορεί να φτάσει έως τα 25-30 μέτρα ύψος ενώ ο κορμός του αυξάνει έως 2 μέτρα πλάτος. Όταν είναι μεμονωμένο, έχοντας αρκετό χώρο για να αναπτυχθεί παίρνει τεράστιες διαστάσεις, δημιουργεί χοντρούς βραχίονες και παίρνει σχήμα σφαιρικό. Όταν βρίσκεται σε συστάδες δέντρων, όπου ο χώρος είναι περιορισμένος, αυξάνει σε ύψος και παίρνει πυραμοειδές σχήμα. Αν βέβαια έχει δεχτείκλάδεμα διαμόρφωσης τα πρώτα χρόνια της ηλικίας του, τότε το σχήμα του διαμορφώνεται σε ένα ανοιχτό κυπελλοειδές με τα κλαδιά να πέφτουν προς την γη (κλαίουσα μορφή).Η ρίζα είναι πολύ ισχυρή και καταλαμβάνει τεράστιο όγκο εδάφους. Επεκτείνεται τόσο σε βάθος όσο και σε έκταση. Μάλιστα, μπορεί να ξεπεράσει το μήκος της κόμης κατά το ήμισυ της διαμέτρου της.
Οι βλαστοί είναι ευθείς και εύκαμπτοι. Όταν είναι ακόμη τρυφεροί, παρουσιάζουν ιδιαίτερη ευαισθησία στους δυνατούς ανέμους. Έχουν πράσινο χρώμα, ενώ όταν ξυλοποιηθούν αποκτούν καστανοκίτρινο. Οι ώριμοι βλαστοί γίνονται γωνιώδεις, με πέντε κύριες γωνίες. Τα φύλλα είναι απλά, λογχοειδή με πριονωτές παρυφές και μυτερές κορυφές. Η βάση των φύλλων είναι υποστρόγγυλη και φέρουν κοντό μίσχο. Το μήκος τους κυμαίνεται από 12-20 εκ., ενώ το πλάτος από 3-6 εκ. Τα φύλλα του φέρονται κατ’εναλλαγή. Οι οφθαλμοί διακρίνονται σε ξυλοφόρους και μεικτούς καρποφόρους. Σχηματίζονται πλάγια ή επάκρια των βλαστών. Έχουν τριγωνικό σχήμα, είναι χοντροί με ευρεία βάση και είτε είναι λείοι είτε περιβάλλονται από κοντές αραιές τρίχες. Οι ξυλοφόροι οφθαλμοί είναι πιο οξύληκτοι και συνήθως βρίσκονται στους 2-3 πρώτους κόμβους της βάσης των καρποφόρων βλαστών (ετήσιοι). Οι μεικτοί καρποφόροι εμφανίζονται πιο διογκωμένοι και ελαφρώς μεγαλύτεροι σε μέγεθος. Βρίσκονται στους 1-2 τελευταίους κόμβους, επάκρια των καρποφόρων βλαστών
Όσο αφορά τα άνθη, το δέντρο της καστανιάς είναι μόνοικο δικλινές, έχει δηλαδή και τα αρσενικά και τα θηλυκά άνθη στο ίδιο δέντρο, αλλά σε διαφορετικές θέσεις. Τα άνθη εμφανίζονται σε βλαστούς της τρέχουσας εποχής (ετήσιους). Τα αρσενικά άνθη σχηματίζουν ανθοταξίες, οι οποίες βρίσκονται σε όλη την ράχη της ταξιανθίας του ίουλου, ενώ τα θηλυκά άνθη φέρονται στις βάσεις των ίουλων. Οι ίουλοι στην καστανιά είναι δύο ειδών, oι αρσενικοί ίουλοι (φέρουν μόνο αρσενικές ανθοταξίες και τους συναντάμε στα κατώτερα τμήματα των ετήσιων βλαστών) και οι ανδρόγυνοι ίουλοι (οποίοι φέρουν αρσενικές και θηλυκές ανθοταξίες και τους συναντάμε επάκρια των ετήσιων βλαστών).
Ο καρπός της καστανιάς αναπτύσσεται μέσα σε ένα ακανθώδες περίβλημα, τον αχινό (συνήθως περιβάλει τρία κάστανα). Ο αχινός φέρει πολυάριθμα αγκάθια που είναι αιχμηρά, πυκνά και συχνά αλληλοπλεκόμενα, καλύπτοντας έτσι όλη του την επιφάνεια. Αντίθετα, στην εσωτερική πλευρά φέρει ένα λεπτό, πυκνό και μαλακό χνούδι καστανόλευκου χρώματος. Το κάστανο περιβάλλεται από ένα σκληρό κοκκινοκαφετί, με σκούρες γραμμώσεις, δερματώδες περικάρπιο. Το χρώμα του καστάνου διαφέρει από ποικιλία σε ποικιλία. Στο ένα άκρο φέρει ουρά και χνούδι, δηλαδή αποξηραμένους στύλους (δάδα), ενώ στο άλλο άκρο φέρει σκληρή βάση (είναι το σημείο πρόσφυσης με τον αχινό). Εσωτερικά υπάρχει ένα λεπτό στρώμα καλύμματος από χνούδι, που περιβάλλει το εδώδιμο τμήμα του καστάνου, το οποίο παράγεται από το περίβλημα της σπερματικής βλάστης. Το εδώδιμο τμήμα του καστάνου αποτελείται από το σπέρμα που φέρει το έμβρυο και δύο κοτυληδόνες. [1]

Καρποφορια

Η καστανιά καρποφορεί πλάγια σε βλαστό τρέχουσας εποχής από μικτούς οφθαλμούς. Κάθε ξυλοφόρος οφθαλμός, εκπτυσσόμενος στην άνοιξη, δίνει φυλλοφόρο βλαστό επέκτασης ή πλάγια φυλλοφόρα βλάστηση, με ξυλοφόρους ή μικτούς οφθαλμούς στις μασχάλες των φύλλων και επάκρια των βλαστών. Κάθε μικτός οφθαλμός εκπτυσσόμενος δίνει φυλλοφόρο βλαστό με ίουλους στις μασχάλες των φύλλων, που φέρουν αρσενικά μόνο άνθη (στα κατώτερα τμήματα του βλαστού) και ίουλους με αρσενικά και θηλυκά άνθη (στο επάκριο τμήμα του βλαστού).[1]

Επικονιαση

Παρόλο που η γύρη της καστανιάς είναι γόνιμη, δεν μπορεί να επικονιάσει τα άνθη της. Είναι πρακτικά αυτοασυμβίβαστη. Συνεπώς, τα άνθη της θα πρέπει να επικονιαστούν από άλλες ποικιλίες. Η καστανιά θεωρείται και εντομόφιλη και ανεμόφιλη. Έχει βρεθεί ότι εάν η επικονιάστρια ποικιλία είναι μεγαλόκαρπη, τότε αυξάνεται και το μέγεθος της καλλιεργούμενης ποικιλίας. Αυτό καλείται, το φαινόμενο της ετέρωσης. Εάν επιθυμούμε ένα ικανοποιητικό ποσοστό καρπόδεσης από σταυρογονιμοποίηση, τότε η απόσταση μεταξύ των διαφορετικών ποικιλιών δεν θα πρέπει να ξεπερνά τα 65 μέτρα. Στα αρσενικά άνθη, οι ανθοταξίες παίρνουν ένα έντονο κίτρινο χρωματισμό και διογκώνονται κάνοντας εμφανή την ωρίμανση τους. Επίσης, όταν ωριμάζουν αναδύουν ένα χαρακτηριστικό άρωμα προσελκύοντας έτσι πολυάριθμους επικονιαστές. Τα θηλυκά άνθη είναι δεκτικά όταν ανθίζουν και τα τρία άνθη της ανθοταξίας και οι στύλοι από λευκό, πάρουν λευκοκίτρινο χρώμα, φέροντας ένα κολλώδες υγρό στην επιφάνεια τους. Η επικονίαση πραγματοποιείτε με την μεταφορά του γυρεόκοκκου στο δεκτικό στίγμα. [1]

Γονιμοποιηση


Τη στιγμή που θα επικαθήσει ο γυρεόκοκκος στο στίγμα, βλαστάνει και δίνει γυρεοσωλήνες οι οποίοι οδηγούνται χημειοτακτικά προς τη σπερμοβλάστη. Κατά την είσοδο τους στο στίγμα βλαστάνει και διαιρείται σε δύο πυρήνες, ο ένας από τους οποίους, ο γεννητικός, δίνει άλλους δύο, τους σπερματικούς πυρήνες. Μόλις φτάσει ο γυρεοσωλήνας στην μικροπύλη, ελευθερώνει τους δύο σπερματικούς πυρήνες. Ο ένας ενώνεται με τους δύο πολικούς, ενώ ο άλλος ενώνεται με το ωοκύτταρο. Ένας μόνο γυρεόκοκκος θα το καταφέρει αυτό. Η διαδικασία της γονιμοποίησης διαρκεί 10 με 15 μέρες. [1]

Πολλαπλασιασμος-Υποκειμενα

Η καστανιά πολλαπλασιάζεται κυρίως με τη μικτή μέθοδο πολλαπλασιασμού, δηλαδή με σπόρους και εμβολιασμό των παραγόμενων σπορόφυτων με την επιθυμητή ποικιλία. Ο αγενής πολλαπλασιασμός της με εναέριες καταβολάδες, καταβολάδες εδάφους, φυλλοφόρα μοσχεύματα και ξυλοποιημένα χειμερινά μοσχεύματα είναι περιορισμένος, γιατί δεν εξασφαλίζουν ικανοποιητικό ποσοστό επιτυχίας. Ο πολλαπλασιασμός πάντως με μεριστώματα έδωσε πολύ καλά αποτέλεσματα.
Οι καρποί της καστανιάς αν φυτευθούν αμέσως μετά τη συγκομιδή, δε βλαστάνουν ικανοποιητικά. Επομένως, για τη διακοπή του ληθάργου του εμβρύου και την εξασφάλιση ομοιόμορφης βλαστικότητας πρέπει να δεχθούν την επίδραση υγρής ψύξης για 1-2 μήνες. Μετά από ανάπτυξη ενός χρόνου, τα σπορόφυτα εμβολιάζονται με την επιθυμητή ποικιλία. Αν και η καστανιά εμβολιάζεται δύσκολα με εγκεντρισμό ή ενοφθαλμισμό, ο υπόφλοιος στεφανίτης και ο ενοφθαλμισμός με όρθιο Τ τα μάτια συνήθως πέφτουν και αυτό οφείλεται στην υπερβολική χυμορροή. Η επιτυχία συνήθως εξαρτάται από 3 παράγοντες που είναι το καλό εμβόλιο, η κατάλληλη εποχή εμβολιασμού και η κατάλληλη τεχνική. Καλό εμβόλιο παράγεται από ξυλοφόρους βλαστούς με καλά μάτια και ελάχιστη εντεριώνη.
Σε αυτοφυείς καστανεώνες επιτυγχάνεται γρήγορα η δημιουργία παραγωγικού καστανεώνα με αποκοπή των καστανόδεντρων και εμβολιασμό των πρεμνοβλαστημάτων.
Σε αυτόρριζες καστανιές, σπορόφυτα καστανιάς εμβολιάζονται με εγκεντρισμό με την επιθυμητή ποικιλία και το σημείο του εμβολιασμού παραχώνεται με χώμα έτσι ώστε μόνο ένα μάτι του εμβολίου να βρίσκεται απ΄ έξω. Μετά το σχηματισμό ριζών στη βάση του εμβολίου, αυτό αποκόπτεται στο σημείο ένωσης εμβολίου και υποκειμένου και μεταφυτεύεται πλέον ως αυτόρριζο δενδρύλλιο.
Πολλές φορές όμως το εμβόλιο των δενδρυλλίων ξηραίνεται μετά από την αρχική επιτυχία του. Αυτο οφείλεται σε έλλειψη ωρίμανσης του υποκειμένου ή εμβολίου, προσβολή του τμήματος ένωσης εμβολίου και υποκειμένου από το μύκητα Endothia parasitica, ακατάλληλη τεχνική εμβολιασμού και ασυμβιβαστότητα μεταξύ ποικιλιών ή είδων που χρησιμοποιούνται ως υποκείμενο και εμβόλιο.
Ως υποκείμενα της καστανιάς, πρέπει να χρησιμοποιούνται σπορόφυτα του ίδιου είδους ή ακόμα καλύτερα σπορόφυτα της ίδιας ποικιλίας που πρόκειται να εμβολιαστεί. Τα διάφορα είδη καστανιάς διασταυρώνονται εύκολα, όταν φυτεύεται το ένα κοντά στο άλλο και επομένως τα σπορόφυτά τους είναι πιθανό να εμφανίζουν χαρακτηριστικά υβριδίου.[1]

Ποικιλιες

Οι ποικιλίες καστανιάς που καλλιεργούνται σήμερα είναι το αποτέλεσμα μιας εμπειρικής επιλογής λίγο πολύ παλιάς, που έγινε από τους παραγωγούς με βάσει τις τότε ανάγκες της αγοράς. Όμως με την πάροδο του χρόνου οι ανάγκες της αγοράς άλλαξαν, έγιναν πιο απαιτητικές, η ανάγκη για μεταποιήσεις των προϊόντων για εκσυγχρονισμό και εντατικοποίηση της καλλιέργειας καθιστούν τις σημερινές καλλιέργειες και ποικιλίες μη προσοδοφόρες. Ο αριθμός των ποικιλιών που ανταποκρίνονται σήμερα στις απαιτήσεις της αγοράς και της βιομηχανίας είναι πολύ μικρός. Οι ποικιλίες καστανιάς διακρίνονται στις τύπου Castanea mollissima, Castanea sativa και στα Ευρω-Ιαπωνικά υβρίδια. Λεπτομέρεις με όλες τις ποικιλίες στους παρακάτω συνδέσμους:

Κλιματικες συνθηκες

Η καστανιά θέλει κλίμα ελαφρά ψυχρό και υγρό με μέση ετήσια θερμοκρασία 8-15oC. Κατά τη ληθαργική περίδο περίοδο αντέχει σε θερμοκρασίες -15 έως -17oC. Είναι όμως ευαίσθητη στους ανοιξιάτικους παγετούς, γιατί την περίοδο εκείνη εκπτύσσεται η νέα βλάστηση και σχηματίζονται τα διάφορα ανθικά μέρη, που είναι ευαίσθητα στον παγετό τόσο όσο τα άνθη της ροδακινιάς. Από άποψη υψόμετρου στις πολύ ψυχρές ηπειρωτικές περιοχές ευδοκιμεί από 300-900 μέτρα, στις παραθαλλάσιες ηπειρωτικές περιοχές από 400-1000 μέτρα και στις νησιωτικές από 500-1300 μέτρα. Είναι απαιτητική σε νερό και χρειάζεται για τις ανάγκες της ετήσια βροχόπτωση ύψους τουλάχιστον 700mm. Ευδοκιμεί καλύτερα σε επικλινείς τοποθεσίες, όπου λόγω διαφυγής των ψυχρών ρευμάτων δε σημειώνονται παγετοί και ηλιόλουστες για την αποφυγή ή περιορισμό προσβολών από μυκητολογικές ασθένειες[2]

Εδαφικες συνθηκες

Κατάλληλα εδάφη για την καλλιέργεια της καστανιάς θεωρούνται τα αμμώδη ή τα αμμοπηλώδη καθώς επίσης, εδάφη που προέρχονται από αποσάθρωση σχιστολιθικών ή γρανιτικών πετρωμάτων. Πρέπει να είναι βαθιά με καλή στράγγιση, διαφορετικά οι ρίζες της θα υποφέρουν από ασφυξία και θα κινδυνέψουν από φυτοφθόρα. Μπορεί όμως να αξιοποιήσει εδάφη σχετικά αβαθή, αρκεί να έχουν καλή στράγγιση ή εδάφη μέτριας γονιμότητας, εκεί όπου άλλες καλλιέργειες θα αδυνατούσαν να αναπτυχθούν. Αν το έδαφος είναι πολύ φτωχής γονιμότητας, συνιστάται χλωρή λίπανση, με τη χρήση αζωτούχων φυτών (βίκο, τριφύλλι κ.ά).
Το κατάλληλο pH του εδάφους για την καλλιέργεια της καστανιάς είναι 5,5 με 6. Μπορεί να αναπτυχθεί χωρίς ιδιαίτερο πρόβλημα σε pH 4,5 έως 6,5. Εάν είναι κάτω από 4,5, τότε θα πρέπει οπωσδήποτε να προστεθεί ασβέστιο ώστε να ανέβει στα επιθυμητά επίπεδα. Εάν όμως είναι πάνω από 6,5, τότε θα πρέπει να αποκλείσουμε την καλλιέργεια της καστανιάς, διότι θα έχουμε πολλά προβλήματα κατά την ανάπτυξή της. Είναι πάρα πολύ ευαίσθητη στο ασβέστιο, πράγμα που σημαίνει ότι δεν θα πρέπει το ολικό ανθρακικό ασβέστιο να υπερβαίνει το 2%.[1]

Πηγή: Gaia

17 Δεκ 2015

Καλλιέργεια Κερασιάς




Ανθίζει σχετικά νωρίς και έτσι είναι δυνατό να υποστεί ζημιές στους ανθούς της από παγετό ή δυνατό ψύχος. Πριν να δημιουργηθεί ένας κερασεώνας πρέπει να γίνει βαθύ όργωμα και καλή κατεργασία του εδάφους. Υπάρχουν πάρα πολλές ποικιλίες κερασιάς που βασικά χωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες, αυτές που έχουν απαλή σάρκα και αυτές που έχουν τραγανή.
Στην Ελλάδα καλλιεργούνται αρκετές ποικιλίες ενώ τα κεράσια που παράγονται θεωρούνται εξαιρετικής ποιότητας. Πιο γνωστές ποικιλίες είναι η κερασιά Ρουπκόβου, που παράγει τα τραγανά κεράσια της Έδεσσας, η πετροκερασιά, με τα τραγανά και νόστιμα πετροκέρασα που φέρουν μία χαρακτηριστική γραμμή στο μέσο του καρπού και η κερασιά των βοδενών με τα μεγάλα και νόστιμα κεράσια. Τα κεράσια που παράγονται από τις πιο πάνω ποικιλίες, εκτός από την εγχώρια κατανάλωση, εξάγονται. Άλλες ποικιλίες είναι η τραγανή Βόλου, η Ναπολέων,που έχει μεγάλη παραγωγή κερασιών και η καλλιέργεια της αναπτύχθηκε τα τελευταία χρόνια και η φράουλα Βόλου.
Για την εγκατάσταση ενός κερασεώνα, καθώς και για τις φροντίδες που θα ακολουθήσουν την εγκατάστασή του, πρέπει να ληφθούν ιδιαίτερα υπόψη οι παρακάτω παράγοντες:
Κλιματολογικές συνθήκες και περιοχές
  • Ορεινές, κατά προτίμηση μέχρι υψόμετρο 800 μέτρων, ημιορεινές, λοφώδεις, πεδινές.
  • Δεν πρέπει να είναι θύλακες παγετών.
  • Δεν πρέπει να έχουν υψηλή σχετική ατμοσφαιρική υγρασία κατά την περίοδο της άνθησης.
  • Δεν πρέπει να σημειώνονται συχνά βροχοπτώσεις κατά την περίοδο της άνθησης και της ωρίμασης του καρπού.
  • Να αποφεύγονται οι περιοχές με βορινή έκθεση και να προτιμούνται οι ευάερες και ηλιόλουστες περιοχές με μεσημβρινή έκθεση.
Εδάφη
  • Τα βαθιά πηλώδη, πηλοαμμώδη, αμμοπηλώδη ή χαλικώδη, καθώς και τα αργιλώδη κοκκινοχώματα με καλή υφή (ικανοποιητική περιεκτικότητα σε άμμο ή χονδρόκοκκο υλικό).
  • Πρέπει να κρατούν υγρασία, αλλά να στραγγίζουν καλά και γρήγορα.
  • Πρέπει να αρδεύονται.
  • Να αποφεύγονται τα ρηχά, ξηρά, σφιχτά και ασβεστούχα εδάφη.
  • Το pH του εδάφους θα πρέπει να κυμαίνεται από 6 έως 7,5.
  • Η υπόγεια στάθμη του νερού κατά τους χειμερινούς μήνες δεν πρέπει να ξεπερνά το 1 – 1,5 μέτρο βάθος.
Λίπανση
Για τα δένδρα κερασιάς σε παραγωγική ηλικία, η θρέψη – λίπανση ξεκινά μετά τη συγκομιδή. Τότε αρχίζει η προετοιμασία της θρεπτικής κατάστασης των δένδρων ώστε να αντεπεξέλθουν στις απαιτήσεις της επόμενης παραγωγικής χρονιάς.
Η λίπανση της κερασιάς πρέπει να γίνεται πάντα σε συνεννόηση με υπεύθυνο γεωπόνο της περιοχής καλλιέργειας και αφού ληφθούν υπόψη τα απαραίτητα μέτρα προστασίας.

Άρδευση
Στη χώρα μας οι αρδεύσεις στην κερασιά, θα πρέπει να αρχίζουν από πολύ νωρίς την άνοιξη, γιατί την περίοδο αυτή έχει τις μεγαλύτερες ανάγκες σε νερό, λόγω του ότι πρέπει ταχύτατα να αναπτύξει και να ωριμάσει τον καρπό, αφού η καρπική περίοδος διαρκεί από 40 έως 60 ημέρες μόνο, ανάλογα με την ποικιλία. Να συνεχίζονται όλο το καλοκαίρι σε τακτικά χρονικά διαστήματα και να σταματούν το φθινόπωρο, που θα αρχίσουν οι φθινοπωρινές βροχές. Όταν η άνοιξη είναι ξηρή, οι αρδεύσεις θα πρέπει να ξεκινούν από την ανθοφορία των δένδρων και όταν το φθινόπωρο είναι επίσης ξηρό θα πρέπει να σταματούν λίγο πριν την έναρξη της πτώσης των φύλλων.
Τιμές – Αποδόσεις
Η μέση ετήσια τιμή κιλού για το κεράσι διαμορφώνεται στο 1,5 ευρώ, όταν για όλα τα υπόλοιπα οπωροφόρα δεν ξεπερνά το 1 ευρώ το κιλό. Η κερασιά ζει περίπου 60 χρόνια και η καρποφορία αρχίζει από τον 4ο χρόνο της ζωής της, ενώ μεγάλες αποδόσεις έχει μετά τον 20ό χρόνο.

Πηγή: Αγροσύμβουλος

16 Δεκ 2015

Κυδωνιά



Η κυδωνιά
 είναι ένα μικρό δέντρο της οικογένειας των 
Rosaceae, που προέρχεται από εύκρατες περιοχές του Καυκάσου και της Περσίας που εκτείνονται από την Κασπία Θάλασσα μέχρι την Μαύρη Θάλασσα. Το επιστημονικό της όνομα είναι Cydonia oblonga.
Η κυδωνιά καλλιεργείται εδώ και 4000 χρόνια στην αρχαία Περσία. Οι αρχαίοι το ονόμαζαν «Αχλάδι της Κυδωνίας» προς τιμή της αρχαίας πόλης Κυδωνία της Κρήτης και στην οποία αποτελούσε ένα γλύκισμα μαζί με το μέλι. Η μυθολογία αναφέρει ότι στην πραγματικότητα ο Πάρις προσέφερε στην Αφροδίτη ένα κυδώνι και όχι ένα μήλο.






Βοτανικά στοιχεία


Η κυδωνιά είναι ένα μικρό δέντρο φυλλοβόλο, που φθάνει σε ύψος τα 5-8 μέτρα. Η ετήσια ανάπτυξη των βλαστών της είναι 30- 40 εκατοστά περίπου.
Τα φύλλα της κυδωνιάς εκπτύσσονται εναλλάξ, είναι απλά και έχουν μέγεθος 6-11 cm και είναι χνοώδη. Τα άνθη της είναι λευκά –ροζέ, έχουν 5 πέταλα και είναι μεγάλα με μέγεθος 4-5cm και είναι πολύ όμορφα άνθη. Τα πρώτα άνθη εμφανίζονται σε δέντρα ηλικίας 3-4 ετών. Είναι το δέντρο με την πιο όψιμη ανθοφορία (συνήθως τον Μάιο) σε σχέση με τα άλλα οπωροφόρα δέντρα στην Ελλάδα.
Είναι φυτό γιγαρτόκαρπο δηλαδή οι καρποί του φέρουν σπόρους (γίγαρτα). Τα άγουρα κυδώνια έχουν πράσινο χρώμα και φέρουν χνούδι στην επιφάνεια τους το οποίο χάνεται λίγο πριν από την αλλαγή του χρώματος κατά την ωρίμανση στα τέλη του φθινοπώρου και το χρώμα των καρπών αλλάζει και γίνεται κίτρινο –χρυσαφί.
Οι καρποί της κυδωνιάς, τα κυδώνια, είναι ογκώδη μεγάλα, με μήκος 7-12 cm και πλάτος 6-9cm. Οι καρποί πριν από την πλήρη ωρίμανση είναι πολύ στυφοί και δεν μπορούν να καταναλωθούν σαν νωποί παρά μόνο ψημένοι. Καταναλώνεται επίσης σαν νωπός, ή σε ζελέ, ή μαρμελάδες, ή σε γλυκά.


Εδαφοκλιματικές συνθήκες

Η κυδωνιά είναι ένα μικρό δέντρο που δεν θέλει πολλές φροντίδες. Για την άρση του ληθάργου των οφθαλμών της απαιτεί μία περίοδο χαμηλών θερμοκρασιών κάτω από (0-7οC) γύρω στις 500 ώρες.
Είναι αυτογόνιμο φυτό αλλά με την σταυρεπικονίαση δίνει καλύτερα αποτελέσματα. Για να ωριμάσουν πλήρως οι καρποί του απαιτεί μακρά περίοδο υψηλών θερμοκρασιών. Επίσης αντέχει πολύ καλά στις χαμηλές θερμοκρασίες του χειμώνα αν και είναι φυτό που προσαρμόζεται καλύτερα στις νότιες περιοχές. Μπορεί να αντέξει θερμοκρασίες του χειμώνα μέχρι τους -27ο C. Είναι φυτό που μπορεί να καλλιεργηθεί σε μία μεγάλη ποικιλία εδαφών με καλή στράγγιση αλλά και διαφορετικών κλιματικών συνθηκών, αν και προτιμά τα μέσης συστάσεως εδάφη που έχουν το κατάλληλο ποσοστό υγρασίας που έχει ανάγκη το φυτό κατά το καλοκαίρι. Το ρΗ στο οποίο προσαρμόζεται καλύτερα είναι το ουδέτερο ή το ελαφρώς όξινο. Η κυδωνιά δεν αποδίδει σε ασβεστούχα εδάφη. Το φυτό αυτό σε σχέση με άλλα καρποφόρα δέντρα, μπορεί να καλλιεργηθεί και να δώσει καλά αποτελέσματα, ακόμη και σε βαριά αργιλώδη εδάφη.
Το έδαφος που πρόκειται να καλλιεργηθεί θα πρέπει να είναι προφυλαγμένο από τους ισχυρούς ανέμους του χειμώνα. Είναι φυτό που δεν αναπτύσσεται καλά σε χωράφια που δεν έχουν μεγάλη ηλιοφάνεια. Μπορεί να καλλιεργηθεί σε περιοχές με υψόμετρο μέχρι 900 μέτρα.

Καλλιεργητικές εργασίες

Πριν από τη φύτευση των δενδρυλλίων γίνεται καταπολέμηση των ζιζανίων με ένα όργωμα και ένα φρεζάρισμα, αφού έχει γίνει ένας εμπλουτισμός του εδάφους με οργανική ουσία. Πριν το φύτεμα των δενδρυλλίων γίνεται και η βασική λίπανση σύμφωνα με την χημική ανάλυση του εδάφους. Η φύτευση των δενδρυλλίων της κυδωνιάς γίνεται την περίοδο του Νοεμβρίου μέχρι τα τέλη Μαρτίου.
Κατά την φύτευση των δενδρυλλίων θα πρέπει το σημείο του εμβολιασμού να είναι έξω από το χώμα, διαφορετικά θα υπάρξει ριζοβολία και από το εμβόλιο, γεγονός που πρέπει να αποφεύγεται. Οι λάκκοι που ανοίγονται κατά την φύτευση πρέπει να έχουν διαστάσεις 0,80Χ0,80 επειδή οι ρίζες του μετά το φύτεμα απλώνουν γρήγορα.
Τα δενδρύλλια της κυδωνιάς φυτεύονται σε γραμμές που απέχουν 5 μέτρα, ενώ φυτό από φυτό επάνω σε κάθε γραμμή απέχει 4-5 μέτρα. Με τον τρόπο αυτό φυτεύονται 40-50 δέντρα το στρέμμα.
Το κλάδεμα της κυδωνιάς έχει σκοπό τη δημιουργία του σκελετού του φυτού κατά το κυπελλοειδές σύστημα. Αργότερα μετά το τρίτο έτος γίνεται ένα κλάδεμα των βλαστών που είναι ξεροί, ή δεν έχουν καλή θέση στον σκελετό του φυτού. Όπως σε όλα τα καρποφόρα δέντρα έτσι και στην κυδωνιά με το κλάδεμα εξισορροπείται η βλάστηση με την παραγωγή των καρπών.
Κατά βάση το κλάδεμα γίνεται από το 2- 4 έτος, ώστε να αναπτυχθούν τα καρποφόρα όργανα του δέντρου, ενώ τα επόμενα χρόνια, γίνεται ελαφρό κλάδεμα με σκοπό την απομάκρυνση λαίμαργων βλαστών, ή γίνεται ένα άνοιγμα της κόμης του φυτού ή απομακρύνονται τα ξερά κλαδιά, ή μειώνεται το μήκος των βλαστών κατά 1/3.
Κατά την φύτευση της κυδωνιάς γίνεται λίπανση με κοπριά. Επίσης γίνεται η βασική λίπανση με τα κατάλληλα ανόργανα ή οργανικά λιπάσματα, ώστε να καλύψει τις ανάγκες της στα βασικά θρεπτικά στοιχεία. Κάθε χρόνο γίνεται μία ετήσια λίπανση το φθινόπωρο με καλά χωνεμένη κοπριά ή με κομπόστ και στα τέλη του χειμώνα με το κατάλληλο λίπασμα, ανάλογα με τα στοιχεία της χημικής ανάλυσης του εδάφους.
Η κυδωνιά για να έχουμε ικανοποιητική παραγωγή θα πρέπει να ποτίζεται ώστε να μη λείψει το νερό κατά την διάρκεια του καλοκαιριού.
Όπως και στα άλλα οπωροφόρα δέντρα πρέπει να γίνεται καταπολέμηση των ζιζανίων με σκαλίσματα ή φρεζαρίσματα ή με ζιζανιοκτόνα .
Η κυδωνιά μπορεί να πολλαπλασιασθεί με σπόρους ή με παραφυάδες, αλλά ο πιο συχνός τρόπος είναι με μοσχεύματα. Τα μοσχεύματα τοποθετούνται στο φυτώριο στα τέλη του χειμώνα και στην συνέχεια αφού αποκτήσουν ρίζες, φυτεύονται ή εμβολιάζονται στην περίπτωση που μας ενδιαφέρει κάποια άλλη ποικιλία.
Η κυδωνιά επίσης χρησιμοποιείται σαν υποκείμενο σε εμβολιασμούς αχλαδιάς, παρά την μεγάλη ευαισθησία που έχει στην ασθένεια που ονομάζεται «βακτηριακό κάψιμο». Δύο πολύ γνωστά υποκείμενα κυδωνιάς είναι το ΒΑ29 και το Sydo.
Για εμβολιασμό ποικιλιών κυδωνιάς με μεγάλους καρπούς η λήψη των οφθαλμών που θα εμβολιασθούν γίνεται με κοιμώμενο οφθαλμό από τις 15 Ιουλίου μέχρι τις 15 Αυγούστου. Σαν υποκείμενα μπορεί να χρησιμοποιηθούν σπορόφυτα κυδωνιάς ή τα υποκείμενα που αναφέρθησαν ή φυτά κράταιγου.


Η παραγωγή των καρπών είναι τον Οκτώβριο ή Νοέμβριο ανάλογα με την ποικιλία και το κλίμα της περιοχής.
ΠοικιλίεςΥπάρχουν τέσσερες κατηγορίες κυδωνιάς.
§  Η αχλαδόμορφη.
§  Η μηλόμορφη.
§  Ο γίγας.
§  Η σγουρή
Οι κυριότερες ποικιλίες της κυδωνιάς που καλλιεργούνται είναι:
Η Champion
είναι μία παλιά ποικιλία, από το 1870, που προέρχεται από τις ΗΠΑ, αλλά έχει πάρα πολύ καλά εγκλιματισθεί στην Ευρώπη. Έχει μέτριο ύψος, διακρίνεται από τον μεγάλο αριθμό των πλάγιων βλαστών, είναι πολύ παραγωγική και εύρωστη ποικιλία. Τα κυδώνια της είναι αχλαδόμορφα μεγάλα (μέχρι 500gr), έντονα κίτρινα, με μαλακή και χυμώδη σάρκα, πολύ αρωματικά. Η ποικιλία αυτή είναι κατάλληλη για κομπόστες και μαρμελάδες. Αντέχει πολύ στο κρύο, παράγει καρπούς από τα πρώτα έτη και συγκομίζεται στα τέλη Οκτωβρίου με αρχές Νοεμβρίου.
Η Krymsk.
Είναι μία νέα ποικιλία με μικρό βιολογικό κύκλο που δίνει καλά αποτελέσματα σε ζεστά κλίματα. Έχει καρπό κίτρινο χρυσαφί, άρωμα λεμονιού και γεύση που μοιάζει του ανανά. Είναι αυτογόνιμη ποικιλία.
Η «Du Portogallo»,
Είναι συνώνυμη με την “Lusitanica”. Είναι πρώιμη και εύρωστη ποικιλία. Μπορεί να φθάσει τα 7m ύψος. Έχει μεγάλα άνθη και φέρει καρπούς στενόμακρους με μήκος 8-15cm, με χρώμα σκούρο κίτρινο ενώ καλύπτονται από χνούδι χρώματος γκρι. Είναι ποικιλία για θερμότερα κλίματα επειδή έχει μέτρια αντοχή στο χειμερινό ψύχος. Δεν είναι πολύ στυφή ποικιλία και διακρίνεται για το άρωμα της. Είναι ιδεώδης ποικιλία για παραγωγή γλυκού και ζελέ.
Η Bourgeault. Είναι πρώιμη ποικιλία και πολύ παραγωγική. Οι καρποί της είναι μικρού μεγέθους και αρωματικοί.
Η «Maliforme»,
Έχει σχεδόν σφαιρικούς καρπούς διαμέτρου 5-6cm. Είναι πολύ παραγωγική και ωριμάζει ακόμη και σε ψυχρά κλίματα αλλά η ποιότητα των καρπών της δεν είναι πολύ καλή.
Η «Gigande di Vrahja»,
Είναι μια παλιά ποικιλία, από το 1898, που προέρχεται από την Βράιλα της Σερβίας. Είναι ένα εύρωστο και ορθόκλαδο δέντρο που δεν έχει πολλές διακλαδώσεις. Χαρακτηρίζεται από τα φύλλα της που είναι κρεμάμενα και φέρονται σε μακρούς βλαστούς. Τα άνθη της έχουν χρώμα ανοιχτό ροζέ και εμφανίζονται τον Απρίλιο. Οι καρποί της είναι ογκώδεις μερικοί φθάνουν σε βάρος 1,5 kg, είναι γυαλιστεροί με χρώμα ανοιχτό πράσινο- χρυσαφί με σκούρα στίγματα κοντά στον μίσχο. Ο καρπός είναι πολύ αρωματικός και συγκομίζεται στα μέσα Οκτωβρίου.
Το Ινστιτούτο Φυλλοβόλων Δένδρων Νάουσας, ασχολείται με ερευνητικές εργασίες επάνω σε 50 ποικιλίες της κυδωνιάς, εγχώριες και ξένες. Από τις εργασίες αυτές έχουν προκύψει ποικιλίες που έδωσαν αξιόλογα αποτελέσματα. Οι ποικιλίες :
§   Ι.Φ.Δ 26,
§   Ι.Φ.Δ 20,
§   Ι.Φ.Δ 46
είναι ποικιλίες που προέκυψαν από τις εργασίες του Ινστιτούτου αλλά και η βουλγάρικη ποικιλία Bereckijeva Kutina έδειξαν ότι μπορούν να διαδοθούν στη χώρα μας και να δώσουν καλά αποτελέσματα.
Από τις καλλιεργούμενες ποικιλίες οι περισσότερες είναι αυτόστειρες και γι αυτό πρέπει να φυτεύονται σε μία κατάλληλη αναλογία και φυτά που θα χρησιμοποιηθούν σαν επικονιαστές.

Εχθροί και ασθένειες

Όλες οι ασθένειες που προσβάλουν τις μηλιές και τις αχλαδιές, μπορεί να προσβάλουν και την κυδωνιά. Μία σοβαρή ασθένεια είναι η εντομοσπορίαση με βασικό της σύμπτωμα την δημιουργία σκούρων κηλίδων στα φύλλα, με αποτέλεσμα την πρόωρη πτώση τους. Άλλη ασθένεια είναι η μονίλια που προσβάλει τους μικρούς και άγουρους καρπούς. Προκαλεί επάνω τους κηλίδες σαπισμάτων με καφέ χρώμα με λευκές εξανθίσεις. Επίσης άλλες ασθένειες είναι το ωίδιο που προσβάλει τα φύλλα και τους βλαστούς και η σκληρωτίνια που προσβάλει τα φύλλα, τα άνθη και τους καρπούς που μουμιοποιούνται.
Η κυδωνιά προσβάλλεται από διάφορους εχθρούς όπως είναι οι κάμπιες ορισμένων λεπιδοπτέρων και κολεοπτέρων. Οι καρποί προσβάλλονται από διάφορα έντομα όπως είναι η Cydia pomonella και η Cydia molesta. Επίσης προσβάλλεται από αφίδες.
Χημική σύσταση των κυδωνιώνΤα 100 g κυδώνια έχουν την εξής σύσταση.
§    Νερό 83,3 g
§   Πρωτείνες 0,4 g
§   Τέφρα 0,4 g
§   Λιπίδια 0,1 g
§   Φυτικές ίνες 1,9 g
§   Ολικά Σάκχαρα 15,3 g
§   Ενέργεια 254 KJ
§   Απλά σάκχαρα 13,3 g
Επίσης περιέχει ανόργανα άλατα: κάλιο, μαγνήσιο, φωσφόρο, ασβέστιο, νάτριο, χαλκό, ψευδάργυρο, σίδηρο, κ.α.
Αλλά και βιταμίνες: C, Β1, Β2, Β3, Β5, Β6, Β9, Β12, Α, Ε, Κ

Η εμπορία των κυδωνιών


Οι τιμές παραγωγού σήμερα στην Ελλάδα στα κυδώνια είναι 0,35-0,50 € το κιλό.
Η ζήτηση των κυδωνιών γενικά δεν είναι πολύ υψηλή, άλλωστε και η μέση παραγωγή κυδωνιών στη χώρα μας είναι περίπου 10.000 τόνοι. Η εγχώρια παραγωγή όμως δεν καλύπτει την ζήτηση και γι αυτό γίνονται εισαγωγές κυδωνιών κυρίως από την Τουρκία. Η εγχώρια παραγωγή καλύπτει το 25-30% της ζήτησης.
Είναι μία καλλιέργεια που μπορεί να δώσει ένα εισόδημα λαμβάνοντας υπόψη μία μέση παραγωγή 2000- 2500 κιλά το στρέμμα μία απόδοση 700- 1200€ το στρέμμα.


Πηγή: Symagro