Υπάρχουν λουλούδια δωματίου
και λουλούδια τοπίου. Τα πρώτα πρέπει να τα πλησιάσεις για να τα
θαυμάσεις, να τα παρατηρήσεις, να τα μυρίσεις. Τα δεύτερα επιβάλλονται
στον ευρύτερο χώρο τους, κυριαρχώντας στο τοπίο και μεταμορφώνοντάς το
εφήμερα σταμπάροντας για πάντα την εποχή και τον τόπο με το χρώμα και το
άρωμά τους, δημιουργώντας αναμνήσεις που με τα χρόνια αποκτούν μυθική
υπόσταση.
Μια απ' τις πιο έντονες ανοιξιάτικες αναμνήσεις της
Αθήνας όπου μεγάλωσα είναι οι δύο τεράστιες γλυσίνες της γειτονιάς μου: η
μία στον νοτιοανατολικό τοίχο της οικίας Αργυροπούλου και η άλλη στη
γωνία Φωκυλίδου και Ηρακλείτου. Ανάμεσα τους ο ανοιχτός χώρος της
Δεξαμενής, όπου μαζευόμασταν να παίξουμε ως παιδιά και αργότερα φέρναμε
τα παιδιά μας και καθόμασταν στο καφενεδάκι να κουβεντιάσουμε. Ο χώρος
αυτός κάθε τέτοια εποχή πλημμύριζε με το άρωμα της γλυσίνας και όταν
υψώναμε τη ματιά μας βλέπαμε τον καταρράκτη από ανθισμένα μωβ τσαμπιά
που δέσποζε προσωρινά του κόσμου μας γεμίζοντας τον με τη γλύκα και την
ελπίδα της άνοιξης. Από τότε η γλυσίνα έχει ιδιαίτερη θέση στη ζωή μου. Γι'
αυτό είναι σημαδιακό το ότι όταν πριν 37 χρόνια πρωτοείδα και ερωτεύθηκα
κεραυνοβόλα το κερκυραϊκό αρχοντικό που έγινε το σπίτι της καρδιάς μου,
ένα μέρος του ερειπωμένου τοίχου του ήταν σκεπασμένο με γλυσίνες.
Ήταν σούρουπο και τις μύρισα πριν τις αντικρύσω.
Μερικά χρόνια μετά έπεσε στα χέρια μου ένα βιβλίο που
δημοσιεύτηκε το 1909. Λέγεται An Artist in Corfu. Η συγγραφέας, Sophie
Atkinson, φιλοξενήθηκε από την οικογένεια Δούσμανη που ζούσε τότε στο
σπίτι αυτό και ζωγράφισε μια σειρά από ακουαρέλες που περιλαμβάνει στο
βιβλίο. Φαίνεται ήταν τέτοια εποχή, γιατί η μία ζωγραφική δείχνει την
γωνιά της αυλής με την γλυσίνα και από κάτω τις γνωστές κερκυραϊκές
ίριδες (Iris germanica) σε δύο τόνους μωβ που αρχίζουν να ανθίζουν τώρα.
Η γλυσίνα αυτή σήμερα έχει έναν κορμό που συναγωνίζεται τις ελιές και
της έχω χτίσει μια πέργκολα με στέρεες κολώνες από παλιά τούβλα που να
αντέχουν το βάρος της. Έχω φυτέψει πολλές γλυσίνες ακόμα, αλλά αυτή
παραμένει η αγαπημένη μου. Αρκετά με τα συναισθηματικά – πάμε στα κηπουρικά. Στην
Ελλάδα γνωρίζουμε κυρίως ένα είδος γλυσίνας την γιαπωνέζικη, Wisteria
floribunda, στην απλή, αρχική μορφή της. Όλες οι παλιές γλυσίνες με τις
οποίες μεγαλώσαμε ανήκουν στο είδος αυτό και έχουν το ίδιο μωβ ανοιχτό
χρώμα. Από τη δεκαετία του ογδόντα άρχισαν να εισάγονται διάφορες
καλλιεργημένες ποικιλίες (cultivars), σε λευκό ή ροζ χρώμα και διάφορους
τόνους του μωβ. Είναι εξίσου όμορφες αλλά δεν έχουν την εύρωστη
ζωντάνια των παλιών και δυσκολεύονται να προκόψουν. Ακόμα και όταν
εγκατασταθούν καλά στη θέση τους δεν μεγαλώνουν με τον αχόρταγο
ενθουσιασμό των άλλων, αλλά αργά, με μετρημένη σεμνότητα.
Στην απλή της μορφή, έτσι και πιάσει, η παλιά γλυσίνα δεν θέλει καθόλου
περιποίηση. Οι ρίζες της βρίσκουν μόνες τους το νερό που χρειάζονται και
τα φύλλα της εκπέμπουν υγεία χωρίς να έχουν τραφεί με κανένα χημικό. Το μόνο που πρέπει να κάνουμε εμείς είναι να την
κλαδεύουμε συνεχώς και ακατάπαυστα, σε κάθε ευκαιρία, πριν μας σηκώσει
τα κεραμίδια και χωθεί στις χαραμάδες των τοίχων. Αλλιώς είναι εκεί για
να την χαιρόμαστε... την ευωδιά και το χρώμα της την άνοιξη και την
πράσινη φρεσκάδα της στην κάψα του καλοκαιριού. Μάλιστα, χάρις στην
ιδιαιτερότητα του κλίματος εδώ στην Κέρκυρα, έχουμε την τύχη να την
βλέπουμε να ανθίζει και μέσα στο καλοκαίρι με μερικά δειλά μωβ τσαμπιά
ανάμεσα στα φύλλα.
Το άλλο είδος γλυσίνας, η κινέζικη Wisteria sinensis, που
και αυτή εισάγεται τώρα, είναι ίσως ακόμα πιο όμορφη αλλά πολύ πιο
ευαίσθητη. Αν όμως πιάσει και αρχίσει να προκόβει, το θέαμα που
παρουσιάζει είναι μαγικό. Τα τσαμπιά της είναι συνήθως πιο μακριά, έως
και 75 εκατοστά, και τα ανθάκια τους πιο λιγοστά και ντελικάτα και όταν
τα βλέπεις στο σύνολο τους είναι σαν αιθέριοι μωβ ή άσπροι ή ροζ
σταλακτίτες σε μια ομίχλη χρώματος. Στην Ιαπωνία και την Κίνα υπάρχουν
βοτανικοί κήποι που ειδικεύονται στις γλυσίνες και τέτοια εποχή
σχηματίζονται ουρές απ’ έξω να θαυμάσουν το θέαμα. Εγώ έχω μία μόνο κινέζικη αλλά έκανα τη βλακεία να την
φυτέψω δίπλα σε μια floribunda, έτσι ενώ πρόκοψε και είναι μια χαρά τα
τσαμπιά τις χάνονται ανάμεσα στα ευτραφέστερα της άλλης...
Τελικά, όλες είναι όμορφες και όλες μοσκοβολάνε και είναι δύσκολο να τις ξεχωρίσεις.
Αν όμως θέλετε να κάνετε τους έξυπνους στους φίλους σας, θα σας πω ένα
κόλπο: στην αναρρίχηση, αν στρέφεται κατά τη φορά του ρολογιού είναι
γιαπωνέζικη, αν στρέφεται αντίθετα, κινέζικη.
Η πασχαλιά είναι ίσως ένα από τα
λίγα λουλούδια που έχει συνδεθεί τόσο έντονα με την περίοδο του Πάσχα.
Κι αυτό δεν το οφείλει μόνο στον όνομα της αλλά και στο γεγονός ότι
ανθίζει μία φορά το χρόνο, για είκοσι έως τριάντα μέρες, κοντά στο
Πάσχα. Πρόκειται για ένα λουλούδι σπάνιας ομορφιάς με μεθυστικό άρωμα και
λιλά λεπτοκαμωμένα άνθη που δημιουργούν μεγάλες και εντυπωσιακές,
κωνικές ταξιανθίες. Εκτός από πολύ όμορφη όμως η πασχαλιά θεωρείται και
προάγγελος της άνοιξης αφού με την εποχή της άνθισης της σηματοδοτεί το
αν η άνοιξη θα έρθει νωρίς ή αργά. Αν λοιπόν, σας έχει γοητεύσει τούτο το ξεχωριστό φυτό και έχετε την
απαραίτητη υπομονή να το περιμένετε ν’ ανθίσει δεν έχετε παρά να το
προσθέσετε στο κήπο και τη ζωή σας. Ο ΜΥΘΟΣ ΤΗΣ ΠΑΣΧΑΛΙΑΣ Η πασχαλιά λέγετε πως ήταν το δένδρο που πρόσφερε την δροσιά και τον
ίσκιο του στην Παναγία και τον Ιωσήφ, όταν εκείνοι όδευαν προς την
Αίγυπτο στην προσπάθεια τους να σώσουν τον Χριστό από την δολοφονική
μανία του Ηρώδη. Τότε η Παναγία το ευλόγησε να είναι πάντα φορτωμένο με
πανέμορφα, ευωδιαστά άνθη. Σύμφωνα με το μύθο όμως το όνομα του το πήρε
λίγο καιρό αργότερα, όταν οι Ιουδαίοι σταύρωσαν τον Χριστό. Είχε
φυτρώσει κοντά στο Γολγοθά και βλέποντας τον Κύριο να
σταυρώνεται μαράθηκε, από τον καημό του. Όταν τρεις μέρες μετά ο Ιησούς
αναστήθηκε, το δεντράκι ζωντάνεψε για να πάρει κι αυτό μέρος στη μεγάλη
χαρά της Ανάστασης. ΓΕΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ-ΦΡΟΝΤΙΔΑ
Φυλλοβόλος θάμνος με μεγάλα, βαθυπράσινα και σε σχήμα καρδιάς φύλλα, η
πασχαλιά οφείλει το όνομα της στο γεγονός ότι ανθίζει για 20 έως 30
ημέρες κοντά στο Πάσχα. Ανάλογα με το είδος και την ποικιλία, τα
αρωματικά της λουλούδια βγαίνουν σε μεγάλες και εντυπωσιακές, κωνικές
ταξιανθίες. Οι πιο πολλοί την έχουμε θαυμάσει σε διάφορες αποχρώσεις του
μοβ, ωστόσο συχνά συναντάμε τα απλά ή διπλά άνθη της σε διάφορους
τόνους του λευκού, ιώδους, μπλε και κίτρινου. Το πιο σύνηθες είδος στην
Ελλάδα είναι η κοινή πασχαλιά (Syringa vulgaris), με τα χαρακτηριστικά
μοβ-φούξια άνθη. Μετρίου μεγέθους, δεν ξεπερνά σε ύψος τα 4 – 5 μ. και
τα 2 – 3 μ. σε διάμετρο. Φυτεύεται ως θάμνος (μεμονωμένα είτε σε
ομάδες), καθώς και σε μπορντούρες ή φράχτες. Με το ανάλογο κλάδεμα
μπορεί να διαμορφωθεί σε δενδρύλλιο, ενώ τα κομμένα άνθη της -αν και δεν
διατηρούνται πολύ-διακοσμούν το βάζο μας. Πρόκειται για ένα ανθεκτικό
και σκληροτράχηλο φυτό που μεταφυτεύεται εύκολα και δεν έχει πολλές
απαιτήσεις σε φροντίδα, νερό και λιπάσματα. Το μόνο ίσως μειονέκτημα του
είναι πως έχει την τάση να πετάει παραφυάδες. ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ: Ύψος 4 – 5 μ., διάμετρος έως 3 μ. ΕΔΑΦΟΣ:Χωρίς πολλές απαιτήσεις, αρκεί το έδαφος να
στραγγίζει καλά (το μείγμα φύτευσης πρέπει να περιέχει ελαφρόπετρα) και
να μην είναι όξινο – η οξύτητά του, δηλαδή, να είναι μεγαλύτερη από 7
pΗ. ΚΛΙΜΑ: Φυτεύουμε σε ηλιόλουστη θέση. ΠΟΤΙΣΜΑ:Δεν θέλει πολύ νερό. Ποτίζουμε 2 – 3 φορές το μήνα τους ζεστούς μήνες.
ΚΛΑΔΕΜΑ: Κλαδεύουμε ελαφρώς το χειμώνα, για να
διαμορφώσουμε ή να διατηρήσουμε το σχήμα στην πασχαλιά, αφαιρώντας
μερικά ξερά, αδύνατα, άρρωστα και κακοσχηματισμένα κλαδιά.
Δεν κονταίνουμε τους βλαστούς που θα παραμείνουν στο φυτό, γιατί έτσι
αφαιρούμε και τα μπουμπούκια που θα μας δώσουν λουλούδια την ερχόμενη
άνοιξη. Τον Ιούνιο και αφού τελειώσει η ανθοφορία, κόβουμε τα υπερώριμα
λουλούδια (για να μην εξαντληθεί το φυτό στη δημιουργία καρπών και
σπόρων). Τον Αύγουστο αφαιρούμε τις παραφυάδες. ΛΙΠΑΣΜΑ: Για μεγαλύτερης διάρκειας ανθοφορία, λιπαίνουμε Ιανουάριο – Φεβρουάριο με οργανικό λίπασμα τύπου 8-5-10. ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΣΜΟΣ: Με σπόρο την άνοιξη και με ημιώριμα
μοσχεύματα (κομμένοι βλαστοί που φυτεύονται στο χώμα και βγάζουν ρίζες)
τον Αύγουστο, με παραφυάδες ή με εμβολιασμό σε κατάλληλα υποκείμενα. ΧΡΗΣΕΙΣ/ΦΥΤΕΥΣΗ: Για φράχτη (φυτεύουμε ανά 1,5-2μ),
αλλά και ως θάμνος, μεμονωμένος ή σε ομάδες. Κλαδεύοντας κατάλληλα, του
δίνουμε σχήμα δέντρου. Φυτεύουμε φθινόπωρο ή άνοιξη. ΑΝΤΙΞΟΟΤΗΤΕΣ: Δεν παρουσιάζει ιδιαίτερα προβλήματα. Καλό Πάσχα!!!
Gerbera jamesonii,τηςοικογένειαςCompositae.Πολύ θεαματικό πολυετές φυτό , με άνθη σα μαργαρίτα σε ποικίλες αποχρώσεις. Είναι φυτό της Νότιας Αφρικής γι’ αυτό αγαπάει το ζεστό κλίμα. Μεγαλώνει και σε γλάστρα και φυτεμένη έξω σε μέρος που να δέχεται αρκετό απευθείας ήλιο και προστατευμένο από τους βοριάδες και τη παγωνιά.
Αν θέλετε να την φυτέψετε σε γλάστρα , βάλτε αρκετά χαλίκια στον πάτο για καλή αποστράγγιση, διαλέξτε χώμα αφράτο με πρόσμιξη τύρφης κι περλίτη για τον ίδιο λόγο. Τους καλοκαιρινούς μήνες το φυτό έχει ανάγκη από άφθονο και συχνό πότισμα και όπως πάντα να μην αφήνετε νερό στο πιατάκι για να προφυλάξετε το ριζικό σύστημα από το σάπισμα. Τοποθετήστε το φυτό σε ηλιόλουστο μέρος, να δέχεται άφθονο φως κατά προτίμηση το πρωινό ήλιο για να μην καίγονται τα φύλλα της.
Λιπαίνετε το φυτό κάθε 15-20 μέρες με υδατοδιαλυτό λίπασμα, στη συνιστώμενη δοσολογία από την άνοιξη έως αργά το φθινόπωρο. Για να έχετε άφθονη ανθοφορία προτιμήστε λιπάσματα με μεγαλύτερη περιεκτικότητα σε φώσφορο. Αλλά για να μην παιδεύεστε, αρκεί ένα ισορροπημένο υδατοδιαλυτό 20-20-20.
Όταν το φυτό δεν δέχεται αρκετό ήλιο και έχει πολλή υγρασία γίνεται επιρρεπής σε διάφορες ασθένειες κυρίως από παράσιτα. Συμβουλευτείτε τον γεωπόνο σας για το κατάλληλο φυτοφάρμακο, από προσωπική εμπειρία θα συνιστούσα να μην χρησιμοποιήσετε βασιλικό πολτό, θα αποχαιρετίσετε το φυτό σας πιο γρήγορα.
Πολλαπλασιασμός γίνεται με διαίρεση, δηλαδή με τον αποχωρισμό των παραφυάδων από το μητρικό φυτό. Ή με σπόρους, τους οποίους φυτεύετε σε ανάλαφρο χώμα, θα πρέπει να βρίσκονται σε ζεστό περιβάλλον για να βγουν σε 15-25 μέρες. Όταν μεγαλώσουν τα σποροφυτά σας τα μεταφυτεύετε σε μεγαλύτερη γλάστρα, η ανάπτυξη της ζέρμπερας είναι γρήγορη οπότε πολύ πιθανών να έχετε ανθοφορίες από τον πρώτο χρόνο. Μόλις το φυτάκι σας φτάσει γύρω στα 15-20 εκατοστάμπορείτε να προσθέτετε λίπασμα κανονικά.