18 Δεκ 2016

Καλιέργεια Αμυγδαλιάς



 

Η εγκατάσταση αμυγδαλεώνα μπορεί να γίνει με απ' ευθείας φύτευση στρωματωμένων ή μη αμυγδάλων στον αγρό. Ο τρόπος αυτός συνιστάται κυρίως σε ξερικές περιοχές. Σε κάθε λάκκο τοποθετούνται 3 αμύγδαλα, ανά 1 σε κάθε κορυφή ισόπλευρου τριγώνου με διάμετρο 10cm. Στη συνέχεια από τα 3 σπορόφυτα διατηρούμε το πιο ζωηρό, που εμβολιάζεται με την απαραίτητη ποικιλία.
Σε άλλες μη ξερικές περιοχές συνιστάται να γίνει αυτούσια η διαδικάσία που εφαρμόζεται και στον φιστικεώνα. Παραθέτουμε λοιπόν τους παρακάτω συνδέσμους:
Εγκατάσταση φιστικεώνα
Καλλιέργεια εδάφους φιστικεώνα
Συστήματα φύτευσης φιστικιάς

Αποστασεις φυτευσης

Η απόσταση φύτευσης καθορίζεται από τη γονιμότητα του εδάφους, το υποκείμενο και την ποικιλία και είναι συνήθως 5-6m μεταξύ των γραμμών και 4-6m επί της γραμμής. Η φύτευση των δενδρυλλίων γίνεται νωρίς τον χειμώνα και πριν την εκβλάστηση των οφθαλμών.

Αρδευση

Η αµυγδαλιά είναι µια καλλιέργεια που ενώ αντέχει την ξηρασία, οι αποδόσεις αυξάνονται θεαµατικά µε την εφαρµογή ενός σωστού προγράµµατος άρδευσης. Η µικρή απόδοση, λόγω ανεπάρκειας νερού, οφείλεται όχι τόσο στην µειωµένη διαφοροποίηση ανθοφόρων οφθαλµών, όσο στις έντονες καρποπτώσεις . Η αρχή των ποτισµάτων στην χώρα µας ανάλογα µε την περιοχή και την σύσταση του εδάφους, ξεκινάει από τον Μάιο, αν δεν υπάρχουν επαρκείς βροχοπτώσεις. Τα πιο σηµαντικά όµως ποτίσµατα είναι αυτά του Ιουλίου-Αυγούστου, που οι καρποί µπαίνουν πια στο στάδιο της ωρίµανσης. Η στάγδην άρδευση συνίσταται ως πρώτη επιλογή γιατί είναι η µέθοδος µε τη µικρότερη σπατάλη νερού, αφού τα δένδρα εφοδιάζονται µε νερό που παρέχεται µε τη µορφή σταγόνων και δεν υπάρχει καθόλου εξάτµιση. Ως µέθοδος, εκτός από τη µικρή κατανάλωση νερού, έχει και αρκετά άλλα πλεονεκτήµατα, όπως µεγαλύτερες αποδόσεις, καλύτερη ποιότητα καρπού, δυνατότητα να αρδευτούν επικλινή και ανώµαλα εδάφη, µείωση των ζιζανίων και µυκητολογικών προσβολών. Όµως πρόκειται για ακριβή επένδυση και χρησιµοποιείται ελάχιστα στην αµυγδαλοκαλλιέργεια στην χώρα µας. Η µέθοδος που χρησιµοποιείται ευρέως είναι η άρδευση µε καταιονισµό όπου τα δένδρα αρδεύονται µε εκτοξευτήρες νερού, τα λεγόµενα καρούλια.

Λιπανση

Οι ανάγκες της αμυγδαλιάς σε θρεπτικά στοιχεία μπορεί να προσδιοριστούν επαρκώς με ανάλυση των φύλλων. Οι πιο κατάλληλοι μήνες για την παραλαβή φύλλων για ανάλυση είναι οι μήνες Ιούνιος και Ιούλιος. Ως πιο κατάλληλα για δειγματοληψία φύλλα είναι τα φύλλα των λογχοειδών, που δε φέρουν καρπούς, γιατί δίνουν πιο σταθερές τιμές. Λεπτομερέστατη ανάλυση για τη λίπανση της αμυγδαλιάς στον σύνδεσμο που ακολουθεί:





Λίπανση αμυγδαλιάς.




Κλαδεμα

Κάποτε, επικρατούσε η αντίληψη ότι το κλάδεμα στην αμυγδαλιά αποτελεί ενέργεια καταστρεπτική για το δέντρο γιατί προκαλεί κομμίωση. Όμως, αντικρίζοντας κανείς την εικόνα ενός ακλάδευτου δέντρου αντιλαμβάνεται πολύ εύκολα τους λόγους που επιβάλλουν το κλάδεμα στην αμυγδαλιά: Πυκνή βλάστηση με βλαστούς μπερδεμένους, μεγάλα άδεια τμήματα πάνω στους βραχίονες, ξερά κλαδιά, βλάστηση και καρποφορία συνεχώς μετατοπισμένη στις άκρες και στις κορυφές.
Τα δέντρα για να αρχίσουν να καρποφορούν, πράγμα που αποτελεί και το σκοπό της φύτευσής τους, πρέπει να έρθουν σε μια κατάσταση ισορροπίας. Ακόμα όσο περισσότερο ζωηρό είναι ένα δέντρο, τόσο κατά κανόνα αργεί να καρποφορήσει. Η υπερβολική βλάστηση και καρποφορία βρίσκονται πάντα σε ανταγωνισμό. Η μεγάλη βλάστηση εμποδίζει την καρποφορία και η μεγάλη καρποφορία τη βλάστηση. Έτσι λοιπόν, το κλάδεμα είναι ένα από τα μέσα με τα οποία προσπαθούμε να φέρουμε τα δύο αυτά σε μία ισορροπία, σ' ένα συμβιβασμό. Περισσότερες λεπτομέρειες στον σύνδεσμο που ακολουθεί:

Κλάδεμα αμυγδαλιάς

Επαναφυτευση

Αν σε ένα έδαφος προϋπήρχε αμυγδαλεώνας, επιβάλλεται κατά την επαναφύτευση να απολυμανθούν τουλάχιστον οι θέσεις όπου ήταν φυτευμένα τα δέντρα. Αν η απολύμανση γίνει καλά με χλωροπικρίνη ή βρωμιούχο μεθύλιο, τότε θα επιτραπεί στο νέο δέντρο, που θα φυτευτεί, να αναπτυχθεί σε έδαφος ελεύθερο από εχθρούς και ασθένειες. Επίσης η απολύμανση θα καταστρέψει τις ρίζες των παλιών δέντρων και μειώνοντας έτσι τον ανταγωνισμό σε θρεπτικά στοιχεία και νερό μεταξύ των ριζών των παλιών και νεοφυτευμένων δέντρων, θα βοηθήσει στην καλύτερη ανάπτυξή τους.
Αν πρόκειται για επαναφυτεύσεις μεμονωμένων δέντρων μέσα σε παλιούς αμυγδαλεώνες, θα πρέπει να δέχονται αυτά επιπλέον ποτίσματα τουλάχιστον κατά τον πρώτο χρόνο, ως και πολύ μικρές παροχές αζώτου. Επιπλέον δεν επιτρέπεται να αφήνονται ζιζάνια να αναπτύσσονται γύρω από το νεοφυτευμένο δενδρύλλιο, γιατί μπορεί να καταστούν σοβαροί ανταγωνιστές σε νερό και θρεπτικά στοιχεία. Το πρόβλημα της επαναφύτευσης ενδεχομένως μπορεί να αντιμετωπιστεί με ανθεκτικά υποκείμενα, όπως το GF 677.

Ωριμανση

Τα αμύγδαλα όταν πλησιάζει η εποχή να ωριμάσουν, το περικάρπιό τους αρχίζει να σχίζεται κατά μήκος των ραφών και στη συνέχεια ανοίγει πλήρως, για να εκτεθεί ολόκληρο το αμύγδαλο. Κατά την περίοδο αυτή σχηματίζεται μια ζώνη αποκοπής στο άκρο του ποδίσκου του καρπού και έτσι αρχίζει η αποξήρανσή του. Καθώς τα αμύγδαλα αποξηραίνονται, η πρόσφυσή τους στο δέντρο μειώνεται και τείνουν να πέσουν στο έδαφος. Η συγκομιδή δεν πρέπει να αρχίσει, αν δεν έχει σχιστεί πλήρως το περικάρπιο των καρπών, που βρίσκονται στο εσωτερικό μέρος της κόμης. 

Συγκομιδη

Η συγκοµιδή των αµυγδάλων στην Ελλάδα ξεκινάει ανάλογα µε την ποικιλία από 10-15 Αυγούστου και ολοκληρώνεται 15-20 Σεπτεµβρίου. Στις µικρές γεωργικές µονάδες, γίνεται µε το χέρι. Στρώνονται λινάτσες κάτω από κάθε δένδρο και γίνεται ράβδισµα των κλαδίσκων ώστε να αποκολληθούν οι καρποί.




Αυτό βέβαια είναι χρονοβόρο και δαπανηρό λόγω των πολλών εργατικών χεριών που απαιτούνται γι’αυτό και η εκµηχάνιση της συγκοµιδής τουλάχιστον στις µεγάλες γεωργικές εκµεταλλεύσεις είναι απαραίτητη. Στη χώρα µας, χρησιµοποιούνται δονητές και ειδικά διαµορφωµένες πλατφόρµες. Ο δονητής εφαρµόζει στον κορµό του δένδρου και το «τινάζει» για µερικά δευτερόλεπτα ρίχνοντας τους καρπούς πάνω στην πλατφόρµα. Μετά την συλλογή από τον αγρό, οι καρποί περνάνε από µια ειδική αποφλοιωτική µηχανή που διαχωρίζει τους καρπούς από τα φύλλα και τα ξύλα που έπεσαν κατά την συγκοµιδή και αποµακρύνει το σαρκώδες περικάρπιο, δηλαδή την πράσινη εξωτερική φλούδα του αµυγδάλου. Κατά την συγκοµιδή, η ψίχα περιέχει περίπου 15% νερό γι’αυτό και είναι απαραίτητη η αποξήρανση κατευθείαν στον ήλιο ή κάτω από στέγαστρα. Η διαδικασία αυτή διαρκεί το λιγότερο 4-5 µέρες και στο διάστηµα αυτό γίνεται συχνό ανακάτεµα και σκέπασµα σε περίπτωση βροχής ή υγρασίας.


Πηγή: http://www.gaiapedia.gr

Ιερός Ναός Τιμίου Σταυρού Δολιανών Τρικάλων

Απέχει 82 χιλιόμετρα από τα Τρίκαλα, μέσα σε πυκνότατο ελατόδασος
του πανέμορφου Ασπροποτάμου. Η ίδρυση της μονής πρέπει να τοποθετηθεί γύρω
στο 1700.

Ο πρώτος ναός της, του Αγίου Νικολάου, αναφέρεται το 1790, σήμερα στη θέση
του νεότερο κτίσμα του 1966.




Ο δεύτερος χρονολογικά ναός, αφιερωμένος στην Αγία Ζώνη της Παναγίας, είναι σήμερα, μετά την πυρπόλησή του από τους Γερμανούς το 1943, ένας πεσμένος σωρός από πέτρες, τίποτε όρθιο. Με κάθε επιφύλαξη ανάγεται γύρω στο 1750, κατά την ανασκαφή του 1998 βρέθηκε χαραγμένο σε πέτρα το έτος 1792.
Ο τρίτος και τελευταίος ναός της μονής, αφιερωμένος στον τίμιο Σταυρό, είναι κτίσμα του 1792, και ευτυχώς δεν κατέρρευσε κατά την απόπειρα πυρπόλησής του το 1943. Υπέστη κατά καιρούς αρκετές ανακαινίσεις, σήμερα βρίσκεται σε άριστη κατάσταση. Πρόκειται για ιδιόμορφη μεταβυζαντινή εκκλησία, ένα εντυπωσιακό πολύτρουλο και πολύκογχο κτίσμα με ανυπολόγιστη αρχιτεκτονική αξία και καλή ηχητική, κτίσμα με κατ' εξοχήν πέτρινη φυσιογνωμία, αφού και εσωτερικά ακόμη έμεινε ασοβάτιστο.

Το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα του ναού είναι οι πολλοί τρούλοι, 12! τον αριθμό (αλλά ο κεντρικός είναι διπλός, επομένως 13!), προσδίδοντας έτσι στην όλη εξωτερική εμφάνιση πραγματική βυζαντινή μεγαλοπρέπεια, που συναρπάζει τον επισκέπτη. Εξωτερικά ο ναός στολίζεται επίσης με αρκετά ενδιαφέροντα λιθανάγλυφα λαϊκής τεχνοτροπίας.

Η μονή των Δολιανών, με την τεράστια και πολυσήμαντη θρησκευτική και κοινωνική προσφορά της, τελικά συγχωνεύτηκε το 1924 στον Άγιο Στέφανο των Μετεώρων και αποτελεί, μέχρι σήμερα, μετόχι τους.
Εδώ διασώθηκαν και δύο πολύτιμοι κώδικες της μονής, 109 (Πρόθεση) και 113 (Παρρησία). Σήμερα η μονή διαθέτει φύλακα και είναι επισκέψιμη.
Πηγή: Νομαρχία Τρικάλων


 Ο Ναός μετά τη συντήρησή του από την αδελφότητα του Αγ. Στεφάνου
             Ο Ναός μετά τη συντήρησή του από την αδελφότητα του Αγ. Στεφάνου













Τιμιος Σταυρός Δολιανά


           Ο Ναός όπως ήταν πριν συντηρηθεί από την αδελφότητα του Αγίου Στεφάνου

16 Δεκ 2016

Βυσσινιά......

Εγκατάσταση

Το έδαφος, που πρόκειται να χρησιμοποιηθεί για την εγκατάσταση ενός βυσσινεώνα, οργώνεται πριν απ' τη φύτευση σε βάθος 30-40cm. Το όργωμα αποσκοπεί στην καταστροφή των πολυετών ζιζανίων και στην αφρατοποίηση του εδάφους, που είναι απαραίτητη για την καλύτερη ανάπτυξη του ριζικού συστήματος των δένδρων. Πριν απ' το όργωμα λαμβάνονται δείγματα εδάφους και γίνονται αναλύσεις και ανάλογα με τα αποτελέσματα της ανάλυσης καθορίζεται το είδος και η ποιότητα των χημικών λιπασμάτων, που είναι απαραίτητα για την ανάπτυξη των δένδρων. Αν η εξεύρεση κοπριάς είναι εύκολη, τότε ενδείκνυται η προσθήκη 2-3 τόννων κατά στρέμμα για τη βελτίωση της γονιμότητας του εδάφους. Μετά το όργωμα και κατά μήκος των γραμμών φύτευσης των δένδρων, το έδαφος απολυμαίνεται συνήθως με χλωροπικρίνη.
Πριν απ' τη φύτευση γίνεται η επισήμανση των θέσεων φύτευσης των δένδρων, η διάνοιξη των λάκκων, διαστάσεων 45 x 45cm. και ακολουθεί η φύτευση των δένδρων. Κατά τη φύτευση τα δενδρύλλια φυτεύονται στο ίδιο βάθος, που ήταν στο φυτώριο, και το επιφανειακό χώμα ρίχνεται στη βάση του ριζικού συστήματος των δενδρυλλίων. Κατά την προσθήκη του χώματος πιέζεται ελαφρά αυτό μέχρι της πλήρους πληρώσεως των λάκκων, αποφεύγοντας να προξενηθεί ζημιά στο ριζικό σύστημα. Τα δενδρύλλια φυτεύονται γυμνόριζα. Μετά τη φύτευση ακολουθεί το πότισμα των δενδρυλλίων και η προσθήκη μικρής ποσότητας κοπριάς γύρω απ' το δενδρύλλιο, που αποσκοπεί στη μη εκβλάστηση των ζιζανίων και στη διατήρηση της υγρασίας του εδάφους, παράγοντες που επηρεάζουν σημαντικά την ανάπτυξη των δενδρυλλίων κατά τα πρώτα χρόνια της εγκατάστασης των.

Καλλιέργεια εδάφους

Η καλλιέργεια του εδάφους του βυσσινεώνα αποσκοπεί στην αύξηση ή διατήρηση της περιεκτικότητας του σε χούμο, την αποθήκευση νερού, στη διατήρηση της γονιμότητας του και στην ποσοτική και ποιοτική αύξηση της παραγωγής. Διενεργείται με μηχανικά ή χημικά μέσα. Τα ζιζανιοκτόνα, που χρησιμοποιούνται χωρίζονται σε δυο κατηγορίες:
Τα προφυτρωτικά (προστίθενται στο έδαφος προτού φυτρώσουν τα ζιζάνια)
Τα μεταφυτρωτικά (παρέχονται στο φύλλωμα των ζιζανίων).
Τα συνήθως χρησιμοποιούμενα είναι απ' τα προφυτρωτικά η simazine, το casoron, το diuron κ.ά. και απ' τα μεταφυτρωτικά το roundup, το paraguat (γκραμοξόν) κ.ά., σύμφωνα πάντοτε με τις οδηγίες χρήσης, που αναγράφονται πάνω στα μέσα συσκευασίας των ιδιοσκευασμάτων.

Συστήματα φύτευσης

Η βυσσινιά φυτεύεται κατά τετράγωνα και κατ' ορθογώνια παραλληλόγραμμα ή γραμμές. Η φύτευση των δενδρυλλίων γίνεται απ' το Νοέμβριο μόλις συμπληρωθεί η φυλλόπτωση, μέχρι τις αρχές της άνοιξης, πριν εκπτυχθούν οι οφθαλμοί και πάντοτε με ευνοϊκές εδαφικές και κλιματικές συνθήκες. Σε παγετόπληκτες περιοχές συνιστάται να φυτεύεται μετά τη διέλευση των παγετών. Οι αποστάσεις φύτευσης της κερασιάς, ανάλογα με το υποκείμενο και το σύστημα μόρφωσης των δένδρων ποικίλλουν.

Άρδευση

Η βυσσινιά έχει τις μεγαλύτερες ανάγκες της σε νερό. κατά την άνοιξη και στις αρχές του καλοκαιριού, γιατί η περισσότερη νέα βλάστηση παράγεται κατά τη διάρκεια ανάπτυξης των καρπών της. Η παράταση αύξησης της βλάστησης ή η έκπτυξη δευτέρας βλάστησης κατά το φθινόπωρο δεν είναι επιθυμητή (είναι ευαίσθητη στους φθινοπωρινούς παγετούς), αλλά δε θα πρέπει τα δένδρα να αφεθούν να υποφέρουν από έλλειψη νερού μετά τη συγκομιδή των καρπών. Συνιστάται να ποτίζεται και σε περιοχές με ψηλή ετήσια βροχόπτωση, αλλά που υπόκεινται σε περιοδική ξηρασία κατά τη διάρκεια της βλαστικής περιόδου. Τα δένδρα είναι όμως ευαίσθητα στη συνεχή και υπερβολική υγρασία στη ριζόσφαιρα του δένδρου. Επομένως το πότισμα θα πρέπει να γίνεται με βάση τις ανάγκες της μάλλον, παρά σε ημερολογιακή βάση. Η συχνότητα των ποτισμάτων μπορεί να προσδιοριστεί ικανοποιητικά με τενσιόμετρα.
Ακόμα θα πρέπει να αναφέρουμε ότι η βυσσινιά χαρακτηρίζεται από έντονη διαπνοή των φύλλων της και σε περίοδο ξηρασίας τα φύλλα απορροφούν νερό απ' τους καρπούς, με αποτέλεσμα τη μείωση της παραγωγής. Γι’ αυτό η εξασφάλιση νερού στο δένδρο, όταν το έχει ανάγκη, αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την επίτευξη σταθερής και ικανοποιητικής παραγωγής. Όσον αφορά τον τρόπο ποτίσματος, αυτό μπορεί να γίνει με κατάκλυση, αυλάκια, στάγδην και με μικρούς εκτοξευτήρες γύρω απ' τον κορμό των δένδρων (πότισμα σπρέϋ). Η τεχνική ποτίσματος με διαβροχή πάνω απ' τα δένδρα πιθανόν να επιδεινώνει το σχίσιμο των καρπών από βροχή και την ανάπτυξη μυκητολογικών ασθενειών. Έχει δοκιμαστεί πειραματικά, όπου επικρατούν ψηλές θερμοκρασίες, αλλά δεν υπάρχουν ακόμα αρκετές πληροφορίες, που να τεκμηριώνουν τη θετική ή αρνητική επίδρασή της.

Λίπανση

Απαραίτητες κρίνονται οι εδαφολογικές και φυλλοδιαγνωστικές αναλύσεις κάθε δύο έως τέσσερα χρόνια, για τον προσδιορισμό της περιεκτικότητας και διαθεσιμότητας των θρεπτικών στοιχείων, καθώς και για τον έλεγχο της θρεπτικής κατάστασης των δένδρων. Η λίπανση της βυσσινιάς πρέπει να γίνεται πάντα σε συνεννόηση με υπεύθυνο γεωπόνο της περιοχής καλλιέργειας και αφού ληφθούν υπόψη τα απαραίτητα μέτρα προστασίας. Σε σχέση με την κερασιά θα πρέπει να είναι ισχυρότερη η αζωτούχος λίπανση.

Αραίωμα καρπών

Σχετικά με το αραίωμα των καρπών της βυσσινιάς υπάρχουν ελάχιστες πληροφορίες. Στη βυσσινιά θα πρέπει το ποσοστό των ανθέων που θα δέσουν καρπούς να είναι ψηλότερο απ' εκείνο των άλλων ειδών του γένους Prunus. Το αραίωμα των καρπών με το χέρι, αν και αποτελεσματικό, αποτελεί δαπανηρή εργασία και δε συνηθίζεται. Κάποιο είδος λεπτομερειακού κλαδέματος σ' ενήλικα δένδρα, βοηθάει στη μείωση του αριθμού των ανθοφόρων οφθαλμών και κατά συνέπεια σε μειωμένη καρπόδεση. Ακόμα και ο περιορισμός του χρόνου παραμονής των μελισσοκυψελών στον βυσσινεώνα κατά την κρίσιμη περίοδο της επικονίασης και γονιμοποίησης συμβάλλει σε μείωση της καρπόδεσης. Η τελευταία αυτή τεχνική δε συνιστάται για ποικιλίες, που έχουν μικρή τάση για καρποφορία. Η χρησιμοποίηση χημικοαραιωτικών ουσιών, σε πειραματικό επίπεδο, δεν έδωσαν σταθερά και ικανοποιητικά αποτελέσματα, γι’ αυτό και δε συνιστώνται. Η πιο αποδεκτή μέχρι σήμερα μέθοδος αραιώματος των καρπών της κερασιάς είναι το εκλεκτικό κλάδεμα κατά τη ληθαργική περίοδο του δένδρου.

Συγκομιδή

Τα βύσσινα, που προορίζονται για νωπή κατανάλωση, συγκομίζονται κατά κανόνα με το χέρι, μαζί με τον ποδίσκο, συνήθως σε 1-2 χέρια. Κατά τη συλλογή οι ποδίσκοι πιάνονται κοντά στη βάση τους με τον αντίχειρα και το δείκτη του χεριού και στρέφονται αντίθετα προς τα λογχοειδή. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στο να μη προκληθεί ζημιά στους ποδίσκους και στα καρποφόρα λογχοειδή. Αν οι ποδίσκοι δε ζημιωθούν κατά τη συλλογή ζαρώνουν σε βαθμό που εξαρτάται από τη θερμοκρασία και υγρασία, αλλά δε καφετιάζουν. Αν όμως οι ποδίσκοι ζημιωθούν, καφετιάζουν γρήγορα, λόγω ενζυμικής δράσης.

πηγη:http://www.gaiapedia.gr/

14 Δεκ 2016

Πως καλλιεργείται η δαμασκηνιά...







Η δαμασκηνιά ανήκει στην Οικογένεια Rosaceae, ενώ το επιστημονικό της  όνομα είναι Prunus domestica, Prunus salicina
Η δαμασκηνιά καλλιεργείται ευρέως σε όλη την υφήλιο. Ανήκει στην οικογένεια Rosaceae, στο γένος Prunus,που περιλαμβάνει είδη από Ασία, Ευρώπη και Αμερική. Τα είδη με δενδροκομική σημασία είναι τα εξής: P. domestica, P. salicina, P. cerasifera, P. insititia, P. spinosa, P. alleghaniesa, P. americana κ.α.

Απαιτήσεις σε κλίμα-έδαφος


Η δαμασκηνιά μπορεί να ευδοκιμήσει επί διαφόρων τύπων εδαφών, αλλά αποδίδει καλύτερα σε βαθιά, ελαφρά, ασβεστώδη και μέσης σύστασης εδάφη, που αποστραγγίζονται καλά. Ανέχεται βαρύτερα εδάφη από τα πιο πολλά πυρηνόκαρπα, εκτός αν έχει ως υποκείμενο τη ροδακινιά.
Θεωρείται ευαίσθητη στους ισχυρούς ανέμους και γι’ αυτό θα πρέπει να αποφεύγονται οι περιοχές εκείνες που είναι εκτεθειμένες σε διαρκείς και σφοδρούς ανέμους.
Η δαμασκηνιά προσαρμόζεται εύκολα και ευδοκιμεί ικανοποιητικά σε ευρεία ποικιλία κλιματικών και εδαφικών συνθηκών.
Η ψηλή ατμοσφαιρική υγρασία και οι πολλές βροχοπτώσεις κατά την περίοδο της ανθοφορίας της δαμασκηνιάς την άνοιξη, αποτελούν δυσμενείς παράγοντες για τη καλλιέργειά της, γιατί ευνοούν την ανάπτυξη της μονίλιας. Συνεπώς περιοχές με πολύ υγρή άνοιξη θεωρούνται ακατάλληλες για την καλλιέργεια της δαμασκηνιάς και πρέπει να αποφεύγονται.

Πολλαπλασιασμός


Η δαμασκηνιά πολλαπλασιάζεται με ενοφθαλμισμό με όρθιο Σ πάνω σε υποκείμενα σπορόφυτα (μυροβαλάνου, ροδακινιάς, βερικοκιάς και αμυγδαλιάς) ή κλώνους ηλικίας 1 έως 2 χρόνων. Ο ενοφθαλμισμός μπορεί να γίνει την άνοιξη, το καλοκαίρι (μέσα Ιουλίου) και το φθινόπωρο (αρχές Σεπτεμβρίου).
Ο ενοφθαλμισμός την άνοιξη γίνεται μόλις αρχίσει να αποκολλάται εύκολα ο φλοιός του υποκειμένου με κοιμώμενο οφθαλμό από εμβολιοφόρους βλαστούς, που κόπηκαν έγκαιρα και διατηρήθηκαν κατάλληλα συσκευασμένοι σε θερμοκρασία 30 έως 40 C. Σαν πιο κατάλληλη όμως εποχή θεωρείται το καλοκαίρι και το φθινόπωρο με ευνοϊκές κλιματικές συνθήκες, περίοδοι, που εξασφαλίζουν και τα κατάλληλα εμβόλια. Το παραγόμενο δενδρύλλιο συνήθως διατίθεται ως μονοετές την επόμενη χρονιά, τέλη φθινοπώρου, ή ως διετές τη μεθεπόμενη χρονιά κατά τη ν ίδια περίοδο.
Τα κλωνικά υποκείμενα πολλαπλασιάζονται σχετικά εύκολα με ξυλοποιημένα χειμερινά μοσχεύματα, με φυλλοφόρα μοσχεύματα και με την τεχνική in vitro
.

Υποκείμενα σπορόφυτα: Τα υποκείμενα αυτά παράγονται από σπόρο. ΢υνήθως χρησιμοποιούνται σπόροι μυροβολάνου (P. cerasifera), δαμασκηνιάς, κορομηλιάς και ροδακινιάς (Levell, Nemaquard, Elberta, κ.α.) και ελάχιστες φορές βερικοκιάς και αμυγδαλιάς. Τα σπορόφυτα ροδακινιάς, βερικοκιάς και αμυγδαλιάς δε συνηθίζονται πια και δε συνιστώνται εκτός από ειδικές περιπτώσεις.
Υποκείμενα κλωνικά: Marianna 2624, Myrobolan 29C, Myrobolan B, Brompton, St. Julien A, Pershore, St. Julien GF 355/2, Damas 1869 ή GF 1869, Pixy, P. angustifolia, Prunus besseyi
Λίπανση
Η εμπειρική λίπανση κατά στρέμμα είναι της τάξης 10-15 μονάδες για το άζωτο (σαν θειϊκή αμμωνία 50-75 χιλιογρ. λιπάσματος, 5-10 μονάδες για το φώσφορο (σαν υπεροφωσφορικό 25-50 χιλιογρ. λιπάσματος) και 15-20 μονάδες για το κάλι (σαν θεϊκό κάλι 30-40 χιλιογρ. λιπάσματος) και κάθε δυο χρόνια για το φώσφορο και το κάλι, όταν τα εδαφικά αποθέματα είναι ανεπαρκή. Η προσθήκη των λιπαντικών στοιχείων συνίσταται να γίνεται χρονικά.

Εγκατάσταση φυτείας

Η φύτευση των δενδρυλλίων γίνεται από το Νοέμβρη, μόλις συμπληρωθεί η φυλλόπτωση, μέχρι τις αρχές της άνοιξης, προτού εκπτυχθούν οι οφθαλμοί και πάντοτε με ευνοϊκές εδαφοκλιματικές συνθήκες.
Η απόσταση φύτευσης εξαρτάται από τη ζωηρότητα της ποικιλίας και του υποκειμένου, και τη γονιμότητα του εδάφους. Συνήθως κυμαίνονται από 6 έως 7 μέτρα για τα ελεύθερα σχήματα μόρφωσης και 3 έως 4 μέτρα για τα γραμμοειδή σχήματα μόρφωσης. Τελευταία άρχισαν να διαδίδονται τα συστήματα πυκνής φύτευσης (100 έως 200 δένδρα ανά στρέμμα) με τη διάδοση και χρησιμοποίηση του υποκειμένου Pixy.

Συγκομιδή


Η συγκομιδή των καρπών που προορίζονται για νωπή κατανάλωση γίνεται με το χέρι, ενώ όταν πρόκειται για αποξήρανση συγκομίζονται με δονητές.
Συνήθως η συλλογή διενεργείται σε 2 έως 4 χέρια, κατά προτίμηση τις πρωινές ώρες και με μεγάλη προσοχή , ώστε να διατηρηθεί ο ποδίσκος του καρπού και το λεπτό χνούδι που τον καλύπτει.

Αποδόσεις

Η δαμασκηνιά εισέρχεται σε αξιόλογη καρποφορία από τον 3ο-5ο χρόνο της ηλικίας της. Η παραγωγική ζωή της υπολογίζεται σε 30-40 χρονιά.
Μέση απόδοση καρπών: 2,5-3 τόνους/ στρέμμα (σε πλήρη παραγωγή)
Περίοδος συγκομιδής: Ιούλιος-Σεπτέμβριος (ανάλογα με την ποικιλία και την περιοχή).
Στην Ελλάδα καλλιεργείται, κυρίως, η ποικιλία Σκοπελίτικη και τα δαμάσκηνα που παράγονται προορίζονται για ξήρανση.
Οι κύριες περιοχές καλλιέργειας είναι η Θεσσαλία, το νησί Σκόπελος , η Στερεά Ελλάδα, η Μακεδονία και η Θράκη.

Ευεργετικές ιδιότητες


Η δαμασκηνιά καλλιεργείται για τους καρπούς της, που τρώγονται νωποί ή αποξηραμένοι. Σα ξηρά δαμάσκηνα προσφέρουν βιταμίνες και μέταλλα που είναι ζωτικής σημασίας για την υγεία και τον μεταβολισμό. Αποτελούν πλούσια πηγή αντιοξειδωτικών βιταμινών όπως η βιταμίνη Α που βοηθά στην όραση και στην υγεία του δέρματος και η βιταμίνη C που είναι απαραίτητη για την ανάπλαση των ιστών. Περιέχουν, επίσης, σημαντικές ποσότητες μετάλλων και ιχνοστοιχείων δηλαδή σίδηρο, χαλκό, κάλιο και σελήνιο.


Κλάδεμα
και επικονίαση

Σα επικρατέστερα σχήματα μόρφωσης είναι το κυπελλοειδές και η αμφίπλευρη παλμέττα.
Η πιο ιδεώδης μέθοδος είναι το αρκετά αυστηρό κλάδεμα για να εκπτυχθεί νέα βλάστηση και να αφαιρεθεί μερικό καρποφόρο ξύλο. Με αυτό τον τρόπο η παραγωγή θα μειωθεί σε βαθμό που συντελέσει στην απόκτηση καρπών ικανοποιητικού μεγέθους και στη διατήρηση της ζωηρότητας του δένδρου.
Δε θα πρέπει η αυστηρότητα του κλαδέματος να υπερβαίνει κάποιο όριο πέρα από το οποίο θα έχει αρνητική επίδραση στην παραγωγή.
Το αυστηρό κλάδεμα συνίσταται σε ολοκληρωτική αφαίρεση των λαιμάργων, σε σχετικά αυστηρό αραίωμα των κλάδων και του καρποφόρου ξύλου σε όλη την κόμη του δένδρου (στους κλάδους προς την κορυφή της κόμης αφήνονται μόνον ένας ή δυο βλαστοί κατά κλάδο, που συντέμνονται σε κάποια πλάγια βλάστηση) και σε αυστηρή επιβράχυνση της αδύνατης βλάστησης.


Επικονίαση

Η παραγωγή θεωρείται πολύ ικανοποιητική όταν καρποδέσει το 15-20% των ανθέων. Αυτό επισυμβαίνει μόνον όταν εξασφαλιστούν οι κατάλληλοι επικονιαστές και ο παράγοντας μέλισσα.
Γενικά ενδείκνυται, για την εξασφάλιση ικανοποιητικής παραγωγής, η συγκαλλιέργεια δυο τουλάχιστον ποικιλιών συνανθουσών του ίδιου είδους.



10 Δεκ 2016

Υπερασπίσου τα τοπικά προϊόντα!


Η μαζικοποιημένη παραγωγή τροφίμων σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης βιομηχανοποίησε τη διατροφή και εξίσωσε την αγροτική παραγωγή με τα βιομηχανικά προϊόντα. Αυτή η επιλογή έφερε ως αποτέλεσμα για την αύξηση του όγκου της παραγωγής και την αλόγιστη δίψα για κέρδος- την τάση για την «κατάκτηση» καλλιεργήσιμης γης.

Χώρες όπως Κίνα, Ινδία, Ν. Κορέα, Σ. Αραβία κ.λπ., καθώς και χρηματοοικονομικά funds (Lonhro, Katururi κ.λπ.) με εξαγορά ή μακροχρόνια ενοικίαση αποκτούν παραγωγικά εδάφη από τρίτες χώρες. Αυτός ο ιδιότυπος αγρο-ιμπεριαλισμός σε συνδυασμό με τις διατλαντικές συμφωνίες (TTIP, CETA και άλλες) είναι το επόμενο στάδιο της επίθεσης εναντίον της ποιότητας της ανθρώπινης διατροφής. Τα τρόφιμα διακινούνται ως βιομηχανικά προϊόντα και όχι αγαθά, με επιβαρυμένο το ενεργειακό τους αποτύπωμα, διανύοντας απίστευτες αποστάσεις στη λογική της ισοπεδωτικής ομογενοποίησης του παγκόσμιου διατροφικού προτύπου, αυξάνοντας ταυτόχρονα τους κινδύνους της διατροφικής ασφάλειας.

Σ’ αυτόν τον ακραίο παραλογισμό έχουμε τη διατύπωση της άλλης πρότασης, η οποία συνδυάζεται με την αντίδραση και την αντίσταση ως στάση υπεράσπισης των ιδιαίτερων ποιοτικών χαρακτηριστικών του τόπου. Είναι η συναισθηματική και ηθική υποστήριξη της τοπικής παραγωγής. Η στήριξη της τοπικής οικονομίας και των προϊόντων της με όρους βιώσιμης ανάπτυξης. Η στήριξη αυτή είναι απόδειξη του ενδιαφέροντός μας για τη χώρα, τη λαϊκή παράδοση, την πολιτιστική μας κληρονομιά, την ιστορία της διατροφής μας. Η αγροδιατροφική παραγωγή με τη μεταποίηση, τον τουρισμό και τη γαστρονομία είναι οι πιο δυνατοί κρίκοι στην αλυσίδα της ανάπτυξης. Είναι το μείγμα που απελευθερώνει δυνάμεις, εξάπτει τη φαντασία, δίνει ώθηση. Η πολυχρωμία και ποικιλομορφία λόγω του ανάγλυφου της χώρας μας αποτελούν τον ανεξάντλητο φυσικό μας πλούτο.

Ο τουρισμός, με αιχμή αυτόν της γαστρονομίας και έμφαση στην ελληνική διατροφή, με προϊόντα συνδεδεμένα με την ιστορία και τους μύθους του κάθε τόπου, δίνει τη δυνατότητα να ικανοποιηθούν οι προτιμήσεις όλων. Εξάλλου η διατροφή είναι βασικό στοιχείο του πολιτισμού και της ιστορίας κάθε χώρας. Δηλωτικό του μηνύματος των παραπάνω είναι η γεμάτη αυτοπεποίθηση απάντηση πρόταση του σερβιτόρου στις ιδιαίτερες απαιτήσεις των ξένων επισκεπτών: «Εδώ που ήρθατε να απολαύσετε αυτές τις ομορφιές, θα τρώτε ό,τι τρώμε και θα πίνετε ό,τι πίνουμε». Οι άνθρωποι της χώρας αυτής μπορούν να αναδείξουν και να αξιοποιήσουν τα πλεονεκτήματα και τις δυνατότητες του τόπου. Αρκεί να ανεβάσουμε στροφές στα εργαλεία της συλλογικότητας και της συνεργασίας αναπτύσσοντας δίκτυα με έμφαση στην ποιότητα και τη συνέπεια. Με ευρηματικότητα, έμπνευση και όραμα, περνάμε από την Ελλάδα των πολλών δυσκολιών στην Ελλάδα των μεγάλων δυνατοτήτων, εφαρμόζοντας τη «θεωρία της πράξης».

* Ο Βασίλης Μακατός είναι μέλος του Forum του υπουργείου Οικονομίας Ανάπτυξης τουρισμού για την αγροδιατροφή, τη μεταποίηση, τον τουρισμό και τη γαστρονομία

Πηγή: ΑΥΓΗ

7 Δεκ 2016

Μουσμουλιά



Η μουσμουλιά (Eriobotrya japonica) είναι αγγειόσπερμο, δικότυλο φυτό και ανήκει στην οικογένεια Rosaceae. Είναι αειθαλές δέντρο, το οποίο και καλλιεργείται τόσο για τον καρπό της (ιαπωνική), όσο και ως καλλωπιστικό για το πλούσιο φύλλωμά της, κυρίως σε κήπους  (γερμανική).
   
Είναι ιθαγενές φυτό της Ιαπωνίας και της Κίνας .Στην Ελλάδα εισήχθη στα μέσα του 19ου αιώνα και καλλιεργείται κυρίως σε ορεινές και ημιορεινές περιοχές των νομών της Αχαΐας, Κορινθίας, Χαλκιδικής καθώς και των νησιών του Αιγαίου και Ιονίου πελάγους.
Το φυτό μπορεί να φτάσει σε ύψος και τα 8 μέτρα. Τα  φύλλα της είναι απλά κατ’ εναλλαγή, δερματώδη, μεγάλα (15-25 cm), βαθυπράσινα στην πάνω επιφάνεια και χνουδωτά στην κάτω. Τα άνθη της είναι λευκοκίτρινα που σχηματίζουν βότρυς με πυκνό χνούδι.

Κλίμα-Έδαφος
Αναπτύσσεται σε περιοχές με ήπιο κλίμα και υψηλές βροχοπτώσεις . Αντέχει σε θερμοκρασίες μέχρι τους -12οC. Θερμοκρασίες της τάξεως -4ο έως -5οC είναι δυνατόν να νεκρώσουν τα σπέρματα των καρπών, με αποτέλεσμα την πρόκληση καρπόπτωσης.
Προτιμά καλά αποστραγγιζόμενα, βαθιά αργιλλοπηλώδη εδάφη . Αλατούχα εδάφη είναι ακατάλληλα για την ανάπτυξή της γι' αυτό και θα πρέπει να αρδεύεται με νερό καλής ποιότητας.
Πολλαπλασιασμός
Η μουσμουλιά μπορεί να να πολλαπλασιαστεί εγγενώς (με σπόρο) και αγενώς. Αγενώς πολλαπλασιάζεται με εμβολιασμό της επιθυμητής ποικιλίας σε σπορόφυτα κυδωνιάς. Ακόμη μπορεί να πολλαπλασιαστεί και με εναέριες καταβολάδες.
Άνθηση
Το φυτό  έχει την ιδιαιτερότητα να ανθίζει από το Σεπτέμβριο ως το Νοέμβριο. Το δέντρο καρποφορεί μετά τον 6 χρόνο και οι καρποί του εμφανίζονται από τον Απρίλιο ως το Μάιο.

Αραίωμα άνθεων - Κλάδεμα
Θα πρέπει να γίνεται αραίωμα άνθεων και καρπών για να βελτιωθεί η ποιότητα των καρπών. Το αραίωμα των ανθέων γίνεται συνήθως το Νοέμβριο κόβοντας όλη την ανθοταξία. Μετά τη συγκομιδή των καρπών (Απρίλιο - Ιούνιο) κλαδεύομαι όλους τους βλαστούς που είχαν καρποφορία.


Ποικιλίες
Οι γνωστότερες ποικιλίες που καλλιεργούνται στη χώρα μας είναι η 
  1. Τουρλωτή (λευκοκίτρινο χρώμα σάρκας),
  2. Μόρφου (μεγαλόκαρπη ποικιλία) και η 
  3. Ροζένων  (μεγαλόκαρπη ποικιλία με αυξημένο πάχος της σάρκας, χρώματος πορτοκαλί)

30 Νοε 2016

Τα μυστικά της καλλιέργειας της συκιάς

 
Μπορεί να έχει χάσει την αίγλη που είχε στις αρχές του περασμένου αιώνα, όταν και αντιπροσώπευε το 20% της αξίας των εξαγόμενων αγροτικών προϊόντων της χώρας μας, ωστόσο η παραγωγή σύκων εξακολουθεί να είναι μια διαχρονική πρόταση της ελληνικής γεωργίας.





Ο εξαγωγικός χαρακτήρας της καλλιέργειας αποτελεί δέλεαρ για αρκετούς παραγωγούς της χώρας μας, δεδομένου του ότι σαν προϊόν βαδίζει σε… δύο δρόμους.
Διατίθεται ως νωπό κυρίως μεμονωμένα από τους παραγωγούς και ως ξερό που τυποποιείται και κατά μεγαλύτερο μέρος εξάγεται. Και μπορεί η «ελεύθερη» διάθεση, με τη δυνατότητα διαπραγμάτευσης από την πλευρά του παραγωγού να δίνει κατά περίπτωση υψηλότερη τιμή, ωστόσο οι «έξυπνοι» καλλιεργητές προτιμούν το ξερό σύκο. 
Είναι εύκολη καλλιέργεια, με μηδενικού κόστους καλλιεργητικές φροντίδες, ενώ η παραδοσιακή διαδικασία της ξήρανσης δίνει υπεραξία στο προϊόν και ενισχυμένο εισόδημα στον παραγωγό. Απαιτεί απλά αναμονή από τον καλλιεργητή να ωριμάσουν τα σύκα, να ξεραθούν πάνω στο δέντρο, να αφεθούν να πέσουν και τελικά να πάρουν τον δρόμο της τυποποίησης.
Η Συκιά είναι πολύτιμο δένδρο για τη χώρα μας. Μπορεί να καλλιεργηθεί σε όλες τις πεδινές, ημιορεινές και ορεινές περιοχές της χώρας μας, με φύτευση κατάλληλων ποικιλιών και να αξιοποιήσει ξηροθερμικές περιοχές και ασβεστούχα εδάφη, τα οποία δεν μπορούν να αξιοποιηθούν από άλλες καλλιέργειες.

Από τα πρώτα οπωροφόρα δέντρα

Η συκιά, Ficus carica, ήταν το σημαντικότερο οπωροφόρο δένδρο των αρχαίων Ελλήνων. Τα νωπά σύκα είναι από τους πλέον εύγευστους και θρεπτικούς καρπούς. Τα ξερά σύκα είναι από τις πλέον υγιεινές και θρεπτικές τροφές για τους μαθητές στα σχολεία και τις εκδρομές. Θα μπορούσαν να αντικαταστήσουν τα διάφορα βιομηχανικά "σνακ" που είναι επιβλαβή για την υγεία.
Η συκιά ευδοκιμεί σε ποικιλία εδαφών και μπορεί να καλλιεργηθεί ακόμη και σε ξηροθερμικές περιοχές, με ασβεστούχα εδάφη και pH μέχρι 8. Επειδή η ποιότητα των παραγόμενων σύκων εξαρτάται, περισσότερο από κάθε άλλο είδος οπωροφόρου, από το εδαφοκλιματικό περιβάλλον, θα πρέπει να προσδιοριστεί η καταλληλότερη ποικιλία για κάθε τύπο εδάφους και μικροκλίματος.
Όλες οι ποικιλίες συκιάς φυτεύονται ως αυτόρριζες, χωρίς να εφαρμόζεται εμβολιασμός. Ο εμβολιασμός των ποικιλιών όμως σε επιλεγμένα υποκείμενα, από ορισμένες ποικιλίες, που προσαρμόζονται καλύτερα στα διάφορα εδάφη, βελτιώνει την παραγωγικότητα των δένδρων και την ποιότητα των καρπών. Για να εφαρμοστεί ο εμβολιασμός, θα πρέπει να επιλεγούν οι ποικιλίες εκείνες, που ευδοκιμούν καλύτερα ως υποκείμενα και να αναπτυχθεί η τεχνική αυτού. Ενδεικνυόμενα συστήματα καλλιέργειας, για εμπορικές φυτείες, είναι οι φυτεύσεις σε κανονικές αποστάσεις, με διαμόρφωση των δένδρων σε κανονικό κύπελλο, όπου επιτυγχάνονται μεγαλύτερες αποδόσεις και η καλύτερη ποιότητα καρπού, χωρίς άρδευση.

Τρόποι καλλιέργειας

Η καλλιέργεια της συκιάς, για παραγωγή νωπών, παρουσιάζει καλές προοπτικές τα τελευταία χρόνια και μπορεί να αποτελέσει μια ακόμα εναλλακτική λύση για ορισμένες περιοχές.
Η καλλιέργεια της συκιάς είναι γνωστή σε όλο τον κόσμο με κυριότερες χώρες την Ιταλία, Τουρκία, Πορτογαλία και Ισπανία. Στην Ελλάδα συστηματικά καλλιεργείται στην Πελοπόννησο, Εύβοια και στα νησιά του Αιγαίου (Λέσβο, Άνδρο, Σάμο, Νάξο).
Υπάρχουν δύο τύποι καλλιεργούμενης συκιάς: Η μονόφορη που καρποφορεί μια φορά το χρόνο και η δίφορη που καρποφορεί δύο φορές το χρόνο. Πολλαπλασιάζεται με μοσχεύματα ή και με εμβολιασμό.
Η συκιά κατάγεται από θερμές περιοχές της νοτιοδυτικής Ασίας, ωστόσο αναπτύσσεται καλύτερα σε λιγότερο θερμά κλίματα. Το φυτό δεν φαίνεται να απαιτεί χαμηλές θερμοκρασίες το χειμώνα για να διαφοροποιήσει τους ανθοφόρους οφθαλμούς. Αντέχει σε χαμηλές θερμοκρασίες μερικών βαθμών υπό το μηδέν.
Ευδοκιμεί σε όλους τους τύπους εδαφών εκτός από τα βαριά υγρά αργιλώδη εδάφη. Τα πλέον ευνοϊκά εδάφη είναι τα πλούσια, βαθιά, ελαφριάς συστάσεως καλώς στραγγιζόμενα.
Θεωρείται αρκετά ανθεκτική στην έλλειψη νερού σε σχέση με άλλα οπωροφόρα δένδρα, όμως για μια πλούσια και ποιοτικά ικανοποιητική παραγωγή θα χρειαστεί ορισμένα ελαφρά έως μέτρια ποτίσματα την καλοκαιρινή περίοδο, ιδιαίτερα σε περιοχές που παρουσιάζουν φαινόμενα ξηρασίας. Χρειάζεται καλή ρύθμιση των ποτισμάτων για την αποφυγή του σχισίματος των καρπών. Η συκιά παρουσιάζει την τάση να ρίχνει τα φύλλα και τους καρπούς της όταν η διαθέσιμη εδαφική υγρασία είναι ανεπαρκής.

Ποικιλίες συκιάς

Οι ποικιλίες της συκιάς μπορούν να διαχωριστούν ανάλογα με τον αριθμό των καρποφοριών που δίνουν, σε μονόφορες και δίφορες, καθώς και με το χρωματισμό του φλοιού του συκόνιου σε λευκές και έγχρωμες. Οι σπουδαιότερες καλλιεργούμενες ποικιλίες στην Ελλάδα είναι η Καλαμών, η Βασιλική Μαύρη (μονόφορη, έγχρωμη), Μαύρα Μαρκοπούλου, το Πολίτικο (μονόφορη, λευκή), η Πρασινοσυκιά Λέσβου, η Φρακασάνα (δίφορη, λευκή), η Βασιλική λευκή (μονόφορη), κτλ. Επίσης τα φυτώρια διαθέτουν ντόπιες ποικιλίες με καλά χαρακτηριστικά, οι οποίες μπορούν να αναζητηθούν από τους ενδιαφερόμενους παραγωγούς.

Εχθροί και ασθένειες της συκιάς


Οι κυριότεροι εχθροί της συκιάς στη χώρα μας οι οποίοι μπορούν να προκαλέσουν ζημιές στην παραγωγή και να υποβαθμίσουν ποιοτικά το παραγόμενο προϊόν είναι ο κηροπλάστης ή ψώρα της συκιάς, η ψύλλα, η λογχαία ή μαύρη μύγα των σύκων και τέλος η μύγα της Μεσογείου .
Πρόβλημα στις συκιές μπορεί να προκαλέσουν και οι νηματώδεις, γιατί τα δένδρα της συκιάς παρουσιάζουν μεγάλη ευαισθησία. Όσον αφορά τις ασθένειες έχει αναφερθεί ότι προκαλούνται σήψεις καρπών από μύκητες του γένους Phytophthora, Penicillium, Botrytis, Fusarium (ενδοσήψη), Alternaria, κτλ. Επίσης σημαντικές ασθένειες διεθνώς της συκιάς είναι αυτές που προκαλούνται από τα είδη Armillaria mellea, Cylindrocladium scoparium, καθώς και η ίωση, «μωσαϊκό».

Περισσότερα για τη συκιά Εδώ